Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

Ανέκδοτο

Η ζωή μοιάζει μ' ανέκδοτο.
Ή το ακούς και γελάς
ή το ακούς και μένεις μαλάκας
μέχρι το επόμενο φεγγάρι
την επόμενη αυγή
το επόμενο γαμήσι
το επόμενο τσιγάρο
το επόμενο λεπτό.

Τα περιθώρια στενεύουν στο μυαλό
κι ο χρόνος γίνεται ένα κελί,
σαν ακορντεόν που ξεψυχεί
ασφυκτιώντας για την επόμενη ανάσα.

Πάντα χρειάζονται δυο χέρια
να σε βγάλουν
να σε βάλουν
να σε ρίξουν
να σε σώσουν.
Κι εγώ τα χρησιμοποιώ τραβώντας τα μαλλιά μου
μπας κι ανοίξει το κεφάλι μου
και πάρει ανάσα.

Αυτό σημαίνει
χρόνος ασφυκτικά μικρός
χώρος ασφυκτικά άδειος.
Κι εγώ
κι εσύ
τέσσερα χέρια σου λέει ο άλλος,
κανένα λέω εγώ.

Όλοι τραβάμε τα μαλλιά μας
πουθενά χέρι
παντού μαλλιά
παντού κεφάλια
και τα μάτια γύρισαν μέσα
και κοιτάνε.
Τί κοιτάνε;
Το άπειρο ή το λίγο;
Δε ξέρω.

Γυρίζω το βλέμμα στο ρολόι
πέρασε η ώρα και δεν με κοίταξε
λες και με ντρέπεται
λες και με φοβάται.

Πάντα περνά η ώρα μου
δίχως να ξέρω που στο διάλο καταλήγει.




Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Το Ξόρκι βρήκε Αντίπαλο

Πρόφτασε
το ξόρκι της μνήμης
να μαγέψει τη λήθη'
από τότε
η λήθη κυνηγά όλες τις αναμνήσεις
απ' άνθρωπο σ' άνθρωπο.
Με ένα σύνθημα:
"Ξέχασε με, δεν αξίζω"

Η οικονομία των στιγμών
γίνεται ασυνείδητα'
τόσο φρικιαστικό είναι
αυτό το γεγονός
που κάποιοι εγκλωβίζονται
σε μια πάλη για πάντα
να μη ξεχάσουν τίποτα, ποτέ'
ενώ οι υπόλοιποι
προσπαθούν να τα ξεχάσουν ΌΛΑ.

Λοιπόν;
Τί σου λέει αυτό;

Θα μου πεις ένα ακόμη παραμύθι;

Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 2011

Το δεύτερο Πρόσωπο

Είναι δύσκολο να γράφεις
όχι εσύ
εγώ.
Εγώ, σα να λέμε εμείς
αλλά όχι εσείς,
κατάλαβες;
Το παραδέχομαι
το δεύτερο πρόσωπο
είναι λίγο καλύτερο
απ' το τρίτο
μα δε συγκρίνεται με το πρώτο
και τον πληθυντικό του.
Ναι, μου αρέσει
το εγώ και το εμείς
δε ξέρω γιατί.
Όμως πριν σου πω κι άλλα
άκουσέ με:
"η βάρκα είναι πλέον
πάνω στο κύμα
το κουπί δεν πιάνει θάλασσα
νιώθω ότι πετάμε
το ίχνος που φαίνεται
μπροστά είναι στεριά.
Πριν χαθεί
ονειρεύτηκα ότι σωθήκαμε"

Έπειτα ξύπνησα
είμαι μόνος
και μου λείπεις Εσύ.

Το Συρματόπλεγμα

Σε αναζήτησα
λίγο πριν βγω από την πόρτα.
Μάταια,
έσκυψα το κεφάλι κι έφυγα.
Κοίταξα πίσω
κι απ' όλο μας το παρελθόν
όρθια έχει μείνει μόνο η εξώπορτα
και το παιδί μας
που παίζει τώρα στην αυλή.

"Μη βγεις έξω απ' το συρματόπλεγμα"
Φωνάζουμε κι οι δυο
κοιτιόμαστε βουρκώνουμε
κοιτάμε το ρολόι
μετρά αντίστροφα.

Ο χρόνος είναι πάντα λίγος
κι εμείς είμαστε πάντα μικροί.
Μόνο το παιδί μας μεγαλώνει.
Μακάρι να σπάσει το συρματόπλεγμα
και να μας απορρίψει.

Έφτασε η ώρα
βάζω μπρος, φεύγω
η σκέψη μου μένει ακίνητη
για ακόμη μια φορά.

Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

Γάμος

Φόρεσα δυο δάχτυλα περηφάνιας
και σου μίλησα.
Η ηχώ της κραυγής μας
χαμουρευόταν καθέξην με το απέραντο.

Άλλη μια νύχτα ησυχίας
πάνω στην ερημιά της συνύπαρξής μας.

"Έλα να αγκαλιαστούμε, σου λέω, είναι η μόνη έξοδος"

Με κοιτάς με τα μάτια κλειστά.
Δυστυχώς αποκοιμήθηκες
και δε ρισκάρω να σε ξυπνήσω.

Απόψε τα σκαλιά φωτίστηκαν
για άλλη μια φορά, η κάθοδος είναι ασφαλής.

Το πρωί θα μας βρει δίπλα-δίπλα μα ποτέ μαζί.

FIN



Όταν το χάδι ξεφτίζει

Έχεις μια θλίψη στα μάτια
που με συναρπάζει.
Μόνη μετά τις τόσες αγάπες
μόνη μετά τα σ' αγαπώ.
Υπέκυψες στο συμβιβασμό
για ένα όνειρο μέσα στον εφιάλτη.
Ήδη σέρνεσαι ολόλαμπρη δίπλα στους άλλους
που σε ξεπούλησαν για λίγη ησυχία.
"Τί μένει;"
αναρωτιέσαι και πνίγεις τη φωνή σου στα δάκρυα.
"Τί έκανα ως εδώ;"
ρωτάς, κοιτώντας το μενεξί πρόσωπό σου στο καθρέπτη.

Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 2011

Σαν ήρθες

Αχ ζωή μου,
μου 'φερες τόσα πολλά κρυμμένα αισθήματα και λόγια
σε μια επιφάνεια τόσο πρωτόγνωρη, τόσο θεϊκή.
Έγινα πλούσιος σε μια στιγμή,
εκείνο το κοίταγμα στα μάτια
με πλούτισε απ' την αρχή.
Και γω τα ξόδεψα σε σενα
έφτιαξα άλλα λουλούδια για να στα δώσω,
έκανα όλα μου τα αισθήματα ένα ύφασμα
και έραψα ρούχα που μόνο
στο κορμάκι σου ταιριάζουν
και σου 'πα να τα δοκιμάζεις
και συ τα φόρεσες
και χάρηκες εσύ
και ήσουν όμορφη
κι εγώ δίπλα σου γυμνός, αλλά θεός
ένιωθα θεός.
Μα δεν στο έδειχνα, έτσι είμαι εγώ.
Κι εκεί που είδα πως υπάρχουμε μαζί
εκεί που ταίριαξαν τα σώματά μας
εκεί που τα πρωινά μου μύριζαν με σένα
εκεί, λοιπόν, έφυγες από δίπλα μου.
Μα εγώ χάρηκα.
Γιατί ήξερα ότι είναι το καλύτερο για σένα
και συμβουλές σου έδωσα
γιατί είσαι άνθρωπος δικός μου,
υπάρχεις μέσα μου.
Έφτιαξα μ' όλα του κόσμου τα βοτάνια
ένα ολοδύναμο για σένα φυλαχτό
για να φοράς στον όμορφο λαιμό σου
μακρυά μου σαν θα είσαι.
Και μετά σαν έφυγες;
Μετά ήμουν χαρούμενος και σου μιλούσα
και στα όνειρά μου βγαίναμε μαζί το βράδυ
και γυρνούσαμε σπίτι το πρωί,
και έρωτα κάναμε μαζί, αλλιώτικο.
Κι εγώ ξυπνούσα,
όπως πάντα πρώτος,
όχι για άλλο λόγο
αλλά γιατί σε μύριζα δίπλα μου
κι ένιωθα ασφαλής τα μάτια μου να ανοίξω
κι ήμουν περίεργος πολύ περίεργος για να σε δω
γλυκιά μου άνοιξη, παρθένα γή μου.
Και σ' έβλεπα ώρα αρκετή
να λες με τον Μορφέα
άπειρες ιστορίες μόνο για μας
μόνο για όλους μας,
είχες στο πρόσωπό σου όλο τον κόσμο
που 'χαν τα μάτια μου ανάγκη να κοιτούν.
Και τώρα που έφυγες
πάλι κάθε φορά ξυπνώ από την μυρωδιά σου
και νιώθω ασφαλής τα μάτια μου να ανοίξω (αλλιώς θα χα πέσει σε λήθαργο μέχρι δίπλα μου να υπάρξεις σαν τότε)
Μα σαν τα μάτια μου ανοίγω
αντί το φως να δω κι εσένα
σκοτάδι βλέπω από φως και αγριεύω.
Κι όλη την μέρα άγριος επιβιώνω
όχι γιατί δεν είσαι εδώ, όχι
αλλά γιατί δεν είμαι δίπλα σου εγώ.
Κι είμαι ένας άγριος δειλός,
άγριος, ενστικτώδης και κυνικός.
Και όλο σχέδια για να σε πιάσω
πάλι κάνω.
Μα όλα τα σχέδια μου ' ναι τυφλά.
Αγάπη μου είναι τυφλά.
"Μα έχει φως μιλτάκο" θα μου πεις.
Αγάπη μου και ένα φως χωρίς μορφή
μπορεί να σε τυφλώσει.
Είναι το φως αυτό που θέλω να πάντα να ξεχάσω,
το φως της μοναξιάς και της σιωπής.
Είσαι ήδη μέσα μου,
μα κάτι μέσα μου δεν σε χωράει.
Ξέρεις μαζί σου ήμουν πιο μεγάλος,
πιο τρανός,
και μόνος νιώθω μικροσκοπικός,
για αυτό αδειάζω
για να χωρέσω μέσα μου.
Θυμάσαι που σου 'λεγα ότι αδειάζω, αυτό είναι.
Πετάω από μέσα μου ότι δεν έχω ανάγκη για να επιβιώνω.
Και σένα προσπαθώ, χωρίς να θέλω,
να σε βγάλω.
Και να σε ακουμπήσω κάπου αλλού,
μακρυά απ' το σκοτάδι της μοναξιάς και της σιωπής.
Έτσι για να μην τυφλωθείς κι εσύ.
Εμείς οι δυο κάνουμε για πολλά.
Και ξέρουμε από γεννησιμιού μας να επιβιώνουμε.
Αλλά αγάπη μου μαζί σου έμαθα να ζω.
Κι είναι άλλο επιβίωση αγάπη μου κι άλλο ζωή.
Τώρα μακρυά σου απλά επιβιώνω.
Κι ότι βιώνω
μία ανάμνηση είναι
της μιας στιγμής που ζήσαμε μαζί.
Ναι, δεν υπάρχει χρόνος
κι ούτε χώρος υπάρχει, αυτά δεν ζουν απλά επιβιώνουν μέσα μας όσο είμαστε θνητοί.
Κι ότι κάναμε εμείς οι δυο
σε μία άχρονη στιγμή
βρίσκεται όλο μαζεμένο.
Κι είναι μικρό κι είναι μεγάλο
είναι κάτι το διαφορετικό
που δεν μπορώ να αμφιβάλλω.
Σε αγαπώ.
Και δεν σου απαντώ με ότι γράφω,
απλά τώρα μονάχα ζω, τώρα που μόνο για σένα γράφω.
Βαρέθηκα να επιβιώνω, στο έχω πει.
Και μου 'ναι δύσκολο να υπάρχω σε έναν κόσμο επιβίωσης.
Αυτόν τον κόσμο άλλαξες
..........................σαν ήρθες.