Κυριακή, 30 Μαρτίου 2008

Η Ποντικοπαγιδα και ο Κίκο

"Η ΠΟΛΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΟΝΤΙΚΟΠΑΓΙΔΑ"

ΕΝΝΟΙΕΣ ΠΟΥ ΒΟΗΘΑΝΕ:

ΣΥΝΟΧΗ---->ΕΞΑΡΤΗΣΗ---->ΥΠΟΔΟΥΛΩΣΗ

ΣΥΝΑΦΕΣ ΠΟΙΗΜΑ:

--Ο Κίκο--

Ένα τσίρκο
είναι η ζωή του Κίκο.

Χίλια χρυσά βγάζει
στο πλήθος για να μοιάζει.

Ένα τσίρκο
είναι η ζωή που ανήκω.

Και διαρκώς αλλάζω
στο τσίρκο για να μοιαζω.

Ελέφαντες και ακροβάτες
μασκοφόροι αναβάτες
κρύβονται
πίσω από κοινωνικές οφθαλμαπάτες.

Εξάρτηση και συνοχή
προσωπικό συμφέρον
βήματα πάνω σε σχοινί
που συνεχώς μικραίνουν.




Μυστικά και Παραμύθια

Μυστικά δεν υπάρχουν μέσα μου
πολύ όμως θα 'θελα να έχω
για να τα λεώ στον εαυτό μου
όταν νιώθει μόνος.

Γιατί, ξέρεις νιώθεις λιγότερη μοναξιά
όταν σου λένε μυστικά και παραμύθια.
Ναί τότε, νιώθεις λιγότερη μοναξιά
απ' όταν κάποιος σου λέει την αλήθεια.

Αλήθειες, πάλι, δεν υπάρχουν μέσα μου
πολλές, πολύ όμως θα 'θελα να έχω
ή να τις δημιουργώ στον εαυτό μου
όταν νιώθει ψεύτικος.

Και τώρα θα σας πω ένα μυστικό,
η αλήθεια είναι ότι μου αρέσουν τα παραμύθια όταν είμαι μόνος.

Ροπές

Μια ανεξήγητη ροπή
που αφορμή για τ' άγνωστο, μου μοιάζει.

Ήρθε σιγά και με σιωπή
σαν σ' ένα σπίτι άκοσμο, με βάζει.

Μόνος λοιπόν μα με ζωή
φαΐ που βγήκε άνωστο, μουλιάζει.

Η πρώτη ωσμωτική ντροπή
στο τσίπ μου το αρχέγονο, σαπίζει.

Και τώρα πια χωρίς ωσμή
γυρνώ προς το ανθρώπινο, γκρινιάζει.

Το φως αυτό που φώτισε τη σάρκα μου
με ντρόπιασε και μου 'δειξε δρόμο,
με μια ακριβή επιστροφή
που ο καθείς ξεχωριστά γνωρίζει.
Ο κόσμος που με περιβάλλει
σαν ένα μαύρο σκηνικό αρχίζει
με μια λευκή περιβολή προβάλλει.
Είχα στο παραμύθι μου εγώ,
πάντα καλό κι έναν κακό
κι όταν τελείωνε
πάντα ένα τέλος
αληθινό μα και συνάμα ψεύτικο.
Και σ' άλλο παραμύθι,
κανείς καλός κανείς κακός,
κανείς αληθινός ή κάλπικος,
κανείς θεός ή διάβολος.

Μονάχα εμείς όλοι μαζί, συνένοχη ζούμε ζωή με άνυδρο κι άκομψο τέλος.

Τάσος Λειβαδίτης-Ανθολόγιο

Ω, Θλίψη

Έπρεπε να ξεφύγω, αλλιώς ήμουν χαμένος, αλλά ο άγνωστος του σταθμού με περίμενε κιόλας στην άκρη του ταξιδιού μου. Ποιος άγνωστος; Ήμουν εγώ ο ίδιος νικημένος κι άνοιγα τις πόρτες στα σταματημένα βαγόνια κι έβγαινα απ’ την άλλη μεριά του ονείρου.

Ω θλίψη, σε μάθαμε από παιδιά, σχεδόν πριν γνωρίσουμε τον κόσμο.


Ευχαριστώ

Θεέ μου, γιατί δεν μπορώ να σε καταλάβω; Ίσως όμως αν σε καταλάβαινα να μην μπορούσα να αντέξω το βάρος σου.

Θεέ μου, μ’ αυτήν την ευτελή πραγματικότητα γύρω μας κινδυνεύεις.

Πως να σε σώσω...


Απλοί στίχοι

Ένα σπίτι για να γεννηθείς

ένα δέντρο για ν’ ανασάνεις

ένας στίχος για να κρυφτείς

ένας κόσμος για να πεθάνεις


Τερέζα

Εκείνο το βράδυ γύρισα ανήσυχος, «Τερέζα» φώναξα, τίποτα, έψαξα τα δωμάτια, κατέβηκα στο υπόγειο «που είναι η Τερέζα;» ρώτησα, «πέθανε, είπε κάποιος – την κηδέψαμε χθες», «ηλίθιοι, φώναξα, σας ξεγέλασε, δεν ξέρετε τι μεγάλη πουτάνα ήταν » κανείς δε μίλησε «μα πως μπορεί ένας άγγελος να πεθάνει » είπα κλαίγοντας.

Άνοιξα το παράθυρο και πράγματι εκεί στο βάθος τ’ ουρανού έλαμπε η Τερέζα σαν άστρο.




Κυριακή, 23 Μαρτίου 2008

Προτείνετε τίτλο με σχόλιο...

Ξέρεις η ζήλεια έβγαζε κραυγές
και χόρευε μ' ένα χορό
στα χρονικά δοκιμασμένο.

Και οι κραυγές γίναν
συνθήματα κι αλλαλαγμοί
που συντροφεύανε τις λύπες
μα και τις χαρές μας.

Κι όταν η γλώσσα μας
μπήκε σε μια σειρά
και το μυαλό μας δούλευε με τάξη,
συνθήματα, κραυγές κι αλλαλαγμοί
σε μία νύχτα έγιναν
τραγούδια ωραία και λιγμοί.

Κι εκεί που έλεγες:
"Η ζήλεια είναι στον πολιτισμό
ένα κατακάθι",
ξάφνου στερνά την ένιωσες
σαν σε τραπέζι πλούσιο με ψάρια,
μες στο λαιμό σου που σε πνίγει
ένα αγκάθι.

Τα κοστούμια

Ψάχνοντας δυο δάκρυα
ζωή ζητώντας για να φτιάξω.
Είδα στο λιόγερμα
δυο μάτια πρότυπα δακρυσμένα.
Τα φύλλα πια δεν χόρευαν,
το σώμα μου στάθηκε εκεί δειλό και μονοιασμένο.
Με ένα πρόσταγμα που του 'λεγε
με μιας να υποκύψει.

Ψάχνοντας δυο σώματα
για να ταιριάξω όλη μου την ψυχή την διχασμένη.
Στάθηκα σε μια βιτρίνα
που δυο κοστούμια
με περίμεναν με περισσή λαχτάρα.

Τα χέρια μου με πιάσανε
και μου δειξαν τι 'ταν σωστό για να το κάνω.

Στα δυο, λοιπόν, με σκίσανε
βάζοντας το κάθε μάτι
στο χέρι που τ' αντιστοιχούσε
και στρώσανε κάθε ψυχή
μες στο κοστούμι που χωρούσε.