Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2008

Η Παρτίδα

Να, τώρα χάνομαι
κι είμαι μόνος.

Σε καρτερώ χωρίς αντίκρυσμα.
Μόνο να σ'αντικρύσω
και να σου δώσω ένα φιλί.

Σε ζητώ, θυμάμαι
τα σύννεφα μου φέρνουνε βροχή
κι εγώ είμαι από ζάχαρη.

Να, τώρα λιώνω
κι είμαι μακρυά.

Απλά είμαστε χώρια
έτσι μυρίζω τον αέρα μου.

Κλωστές, βελόνες
κι ύφασμα.
Αυτά έχω τώρα και δυο χέρια.
Πάλι να με μπαλώσω;
Πάλι να με μαλώσω;
Με τί καρδιά;

Σε κοιτώ να χάνεσαι
κι είμαι κι εγώ χαμένος.

Ίσως βρεθούμε μαζί ξανά
στη παρτίδα για τους χαμλενους.

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2008

Μικρούλα μου

Ψάχνω να βρω το ποίημα
που σου ταιριάζει
κι έρχεται η έμπνευση ωμή
σα το χαλάζι.

Σκούφος με Μαύρα Μάτια

Έφτασα σε κορυφές και έπεσα
και ανέβηκα
μα δεν κατέβηκα ποτέ.
Είναι στοίχημα, τελικά, ν' ανεβαίνεις.

Κουράστηκα; Όχι, απλά υπάρχω
κι εσύ που είσαι δίπλα μου,
χόρτασες;
Όχι, ποτέ δεν πεινούσες μα εγώ σε τάιζα.

Τώρα πού είσαι; Χάθηκες
ή απλά υπάρχεις;
Μυρίζω πλέον
κι η γλάστρα με το βασιλικό σε περιμένει.

Όταν κουνήσεις τα φύλλα σου
μίλα στον άνεμο,
μίλα μου
θα στερηθώ αλλά ό,τι ζω θα το αγγίξεις.

Τα βίωσα, κλάμα, πόνο, οίκτο
περιμένωντας να ζεσταθώ.
Μη φύγεις,
κρυώνω για τη ζέστη που θα κρυώσει.

Μη φύγεις
φεύγω εγώ.
Τα μαύρα μάτια πάντα με φοβίζουν.

Εφιάλτες

Εφιάλτες με ανασταίνουν
από μια νεκρική σιγή.
Τα όνειρα γίνονται στενά και αδιέξοδα δρομάκια.

Λείπεις και λύπες
φυτρώνουν στις σχισμές.
Οι τοίχοι πέφτουν και κλείνουν το τοπίο.

Έλα και φύγε
έτσι για να ξαναρθείς.
Ο κύκλος μας ενώνει όλους σε μια επανάληψη.

Ζήσε χωρίς βουλή
γίνε μυστήριο.
Το χάος σε έχει επιλέξει με τρόπο μαγικό.

Σου λέω είναι τύχη, τελικά.
Σου λέω είναι επιλογή.
Σου λέω είναι απόφαση.

Μου λες : "...γιατί βλέπω εφιάλτες;"

Κρίμα τώρα κάποιος άλλος ,
που δεν έχεις επιλέξει
αποφασίζει την τύχη σου.

Μη λυπάσαι απλά φύγε,
για να σε χάσει μέσα στο μέλλον σου.

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2008

Μπορείς;

Φόρεσε μια καληνύχτα
κι έλα άκου τι ζητάω.

Βγάλε μια καλημέρα
και κατάκτησε τον κόσμο.

Πάρε πλάι σου έν' άστρο
και γεννήσου στη σπηλιά σου.

Μόνο μη φοβηθείς τ' αγρίμια.
Μόνο τη νύχτα μη φοβάσαι.
Μόνο μη φοβηθείς τη γύμνια.
Μόνο τη φύση μη φοβάσαι.

Άφησε κάτω τις λέξεις
και παίξε με τα πράγματα.

Πέσε στον έρωτα, μπορείς
και μάθε για τη ζωή σου.

Σήκω στα πόδια σου, τρέξε
και φώναξε την αγάπη.

...τότε θα 'ταν όμορφα.

Άσπρο-Μαύρο

Κάποιες όψεις μ' εγκλωβίζουν,
άλλες έρχονται κι ασπρίζουν
τις θολές μου μνήμες
κι οι μαύρες αφήνουν στίγματα.

Κάποιες λέξεις μ' εγκλωβίζουν,
άλλες έρχονται κι ασπρίζουν
τις θολές μου μνήμες
κι οι σκοτεινές αφήνουν στίγματα.

Κάποιοι ήχοι μ' εγκλωβίζουν,
άλλοι έρχονται κι ασπρίζουν
τις θολές μου μνήμες
κι οι φοβεροί αφήνουν στίγματα.

Είναι φορές που αυτά τα μαύρα στίγματα γίνονται ο χάρτης μου.
Άλλες φορές τα μαύρα στίγματα φέγγουν σα φάροι μες το ταξίδι μου.

Ζήτω!

Οι όψεις, οι λέξεις και οι ήχοι κυρίεψαν την σκέψη μου.

Ζήτω!

...δεν μπορώ να ζήσω ούτε μια πολύχρωμη μέρα.

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2008

Διψασμένη μου Σταγόνα

Σε κάθε σταγόνα μου,
διψώ.
Σε κάθε όνειρό μου,
ξυπνώ.

Και σ' όλα αυτά τα κάθε μου,
στα μάτια σε κοιτώ'
κι αναρωτιέμαι:
"Πού είσαι;"

Είσαι, είμαι
και δεν είμαστε αυτό που θέλουμε.
Γιατί όλα μοιάζουν,
σαν την σταγόνα που ξεχείλησε το όνειρό μας.

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2008

Πάθαμε λάστιχο

Σερβιτόρε φέρε μια μπύρα.
Αν θες πιες κι εσύ μία κι άκου.
Έκατσε η φάση και πηδηχτήκαμε.
Αλλά δεν μ' έκανε να χαθώ, απλά ξεκαύλωσα.
Οπότε της λέω:

"Πάθαμε λάστιχο"

Μα πουθενά ρεζέρβα.
Κάηκε και το φαγητό στο φούρνο.
Άντε να παραγγήλεις πίτσα.
Φαγώθηκες να με ξαναδείς,
μα σπουδάζω αλλού τη ζωή
και μη συγκρίνεις τις σχολές μας,
γιατί είναι ίδιες απλά έχουμε άλλα μαθήματα.

"Πάθαμε λάστιχο"

Παίρνω μια ρόδα και τσουλώ.
Πάρε μια ρόδα κι άσε με.
Η τρίτη στον περαστικό
και η κλαταρισμένη να μη σε νοιάζει,
απλά έσκασε απ' το κακό της.

Το ιστιοφόρο και τα 4 είδη

Υπάρχουν τεσσάρων ειδών άνθρωποι.
Φανταστείτε ένα ιστιοφόρο να πλέει σε έναν ωκεανό και το πλήρωμά του να 'ναι μια γενιά ανθρώπων.

1.Υπάρχει ένα φινιστρίνι που βλέπει στο βυθό της θάλασσαςκαι έχει τέλεια θέα. Σιγά-σιγά, μεγάλο μέρος του πληρώματος πάει για να δει' μα από τα πολλά χνώτα το φινιστρίνι θολώνει, όμως οι άθρωποι αυτοί συνεχίζουν να κοιτάν ένα θολωμένο φινιστρίνι.

2.Ένα άλλο πιο μικρό μέρος του πληρώματος είναι σκαρφαλωμένο στα κατάρτια και αγναντεύει στον απέραντο ορίζοντα βγάζοντας την ρότα του ιστιοφόρου, παρά το γεγονός οτι δεν υπάρχει σημείο σταθερό για την ρότα μόνο μια θάλασσα καταγάλανη και ένας ουρανός ηλιόλουστος.

3.Κάποιοι άλλοι ξεφεύγουν είτε από το θολωμένο φινιστρίνι είτε από τα κατάρτια και πέφτουν στον ωκεανό, δεν ξέρουμε τι έγιναν.

4.Τέλος, υπάρχει ένα άλλο μέρος του πληρώματος το πιο μεγάλο που δένει τα σκοινιά, κρατάει τα πανιά παίρνει εντολές και οδηγάει στη ρότα.

Διάλεξε(αν θες) λοιπόν με ποιούς θες να είσαι.
Εγώ πάντως είμαι σε μια γωνιά στο κατάστρωμα και πίνω μπύρες, βάζω τα γραπτά μου στα μπουκάλια και τα ρίχνω στη θάλασσα.
Ελπίζοντας στους αναγνώστες ενός ισιοφόρου μιας άλλης γενιάς ανθρώπων.

Μάνα κι όμως γεννηθήκαμε

Τι να πω και εγώ
Τι να πω και εγώ
στη μάνα μου
που προσπαθεί να με ταΐσει ακόμη
που δε μπορεί να μου πει μία συγνώμη
γιατί ποτέ δεν ήταν αυτή που έφταιξε
γιατί ποτέ σου δεν ρωτάς όταν γλυστράς, αν έβρεξε.

Θέλω να δει κι αυτή
Θέλω να δει κι αυτή
εμένα μόνο μου
που καρτερώ συνέχεια το νεαρό του πόνου μου
που βρίσκομαι παντού μα και στον κόσμο μου
γιατί πάντοτε προσπαθώ ένα ευχαριστώ να πω;
γιατί πάντοτε κι εδώ παρηγοριά ζητώ;

Λένε πως εκπαιδεύεσαι
Λένε πως εκπαιδεύεσαι
φτωχά σαν ζεις
που χίλιες σκέψεις λύνεις το βράδυ για να κοιμηθείς
που λες πως μόνος σου σε ποιο σανίδι θα σταθείς;
γιατί κάθε χαρά την έζησα με πολύ πόνο;
γιατί η μοναξιά αγάπησε εμένα μόνο;

Και γέννησε λένε η μάνα το παιδί
και το φερε στον κόσμο για να λυτρωθεί.
Έτσι γεννήθηκα κι εγώ
συνέχεια να μονολογώ:
"μας γέννησε η ζωή, την μάνα μου κι εμέ παιδί"

Μικρέ μου

Μικρέ μου άνθρωπε
σταμάτα να ουρλιάζεις.
Μικρέ μου άνθρωπε
τον κόσμο μου τρομάζεις.
Κι αν ήρθες κάτι να μου πεις
δεν είναι η ώρα,
είναι η ώρα της σιωπής
πριν έρθ' η μπόρα.

Στο σώμα υπάρχει μόνο σκοτάδι και σιωπή...

...έτσι έλεγε ένας τρελός
ένας χαμένος άνθρωπος
χαμένος για τους άλλους
αυτούς που δεν κουράστηκαν
να διώχνουν αντιπάλλους
και μένουν πάντοτε κενοί
στους τάφους τους μεγάλους
αυτούς που πλούτοι γέμισαν
για να μην νίωθουν μόνοι
σ' ένα ταξίδι άπειρο
χειμώνας χωρίς χιόνι
και όλα τα συνδύασαν
από νωρίς με κάτι
ποτέ δεν αναζήτησαν
αν έχουν κάνει λάθη
μόνο συγχώρεση ζητούν
την ώρα που πεθαίνουν
για να 'χουνε κι άλλη ζωή
αυτή που αναμένουν.
Η αναμονή μας κέρδισε
τουλάχιστον για τώρα
όλα λέν' τα 'χουνε πει
τα υλικά, τα δώρα.
Μα κάτι δεν κατάλαβα
κάτι πάλι δεν είδα
λάθος λένε πως έκανα
αλήθεια πως δεν βρήκα.
Και τί θα πει σωστό εδώ
και τί λάθος εκείθε
ποιός μου 'μαθε πως να κοιτώ
στο σπίτι μου δεν ήρθε.
Από μακρυά με μελετά
ξέρει λένε τι κάνω
τη άρνησή μου δεν κοιτά
κοιτά μόνο 'τι πιάνω.

Αναζήτηση

Οδηγώ την άυρα μου
σε μονοπάτια γνώριμα
μα και συνάμα ξένα.

Αφήνω την ανάμνηση
για τ' άλλα χρόνια
κι όλα τα περασμένα.

Ζητώ μίαν απόγνωση
νά 'ρθει να με κινήσει
στην όχθη την επόμενη.

Τώρα δε μ' έπιασε σκουριά
ακόμη ανασαίνω,
Τώρα δεν έχω σιγουριά
δεν ξέρω που πηγαίνω.

...απλά
σκέφτομαι, ζητώ
θυμάμαι και μαθαίνω...

Η μοίρα μου με καρτερά
σε μένα πια ελπίζει
ποτάμι δε με σταματά
δεν έχω μετερίζι.

Φαντάζομαι την άνοιξη
στα πόδια, στα μαλλιά μου
να κάθεται ολόξανθη
άγγελος στ' ονειρά μου.

Το χθες δεν έρχεται μπροστά
τα μάτια μου δεν βλέπουν
μόνο μια αίσθηση μετρά
αυτή που σου την κλέβουν.

Μα εγώ την φύλαξα καλά
από νωρίς την είδα
κατάλαβα πως μ' οδηγά
στην μόνη μου ελπίδα...
...την αναζήτηση...

Συνοθύλευμα

Θόλωσαν της μοίρας τα μαντέματα
κουράστηκα ν’ ακούω τόσα ψέματα.

Στον κόσμο γκρίζες
φαίνονται οι ρίζες
θάνατος.

Έκλεισα του δέρματος τους πόρους
γυρίζω μ’ άρχοντες κι εφόρους.

Είδα τα μύρια
της γης μαρτύρια
έκλαψα.

Πάλεψα μόνος έξω απ’ τα συνδικάτα
στο πλήθος έφερα κακά μαντάτα.

Η αγάπη σβήνει
το φως μ’ αφήνει
χάνεται.