Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Η Λιογένητη

‘Ο Κωσταντής, ὁ μορφονιός, ὁ μικροΚωσταντῖνος,

μιὰ μέρα θέλησε νὰ βγῆ νὰ λαγοκυνηγήση,

καὶ διάβαινε καμαρωτὸς ἀπ’ τὴν πλατειά τὴ ροῦγα...

’Εκεῖ ’δε τὴ Λιογέννητη μὲ τετρακόσες σκλάβες·

σὲ κρεμεζὰ τριανταφυλλιάν ἦταν ἀκουμπισμένη

κ’ εἶχε τὰ φρύδια τορνευτά, τὰ μάτια σὰ ζαφείρι,

καὶ στὸ μικρό τὸ δάχτυλον εἶχε τὸ δαχτυλίδι -

καλλιά ’λαμπε τὸ δάχτυλο πάρε τὸ δαχτυλίδι!

‘Ωσάν τὴν εἶδ’ ὁ Κωσταντής, ἀφήνει τὸ κυνήγι.

Κινάει νὰ πάη στὸ σπίτι του σὰ μῆλο μαραμένο...

Χωρὶς θέρμ’ ἐθερμάστηκε, χωρὶς ὀριὸν ἐριάστη,

δίχως τὸν πονοκέφαλον ἔπεσε στὸ κρεββάτι...

— Μάνα, ψυχή, μάνα, καρδιά, μάνα, καὶ τὸ κεφάλι!

Μάνα, θολά ’ναι τὰ βουνά, καὶ θαμπερό ’ν’ τὸ σπίτι!

— Γιέ μου, καλά ’ναι τὰ βουνά, καὶ λαμπερό ’ν’ τὸ σπίτι,

μὰ σὺ κορίτσιν ἀγαπᾶς καὶ κείνη δέν τὸ ξέρει...

— Μάνα, τὴν κόρη πούδα γώ, ἄλλος νὰ μήν τὴν πάρη!

Στεῖλε νὰ κράξης ἄρχοντες καὶ μητροπολιτᾶδες,

νὰ πᾶ’ νὰ κάμουν προξενιά, γυναῖκα νὰ τὴν πάρω!..

Στέρνει τρακόσους ἄρχοντες καὶ μητροπολιτᾶδες,

στέρνει τὸν ἄρχοντα Φωκᾶ, στέρνει τὸ Νικηφόρο,

στέρνει τὸν Πετροτράχηλο, ποὺ τρέμ’ ἡ γῆς κι ὁ κόσμος!

’Εχτύπησαν οἱ ἄρχοντες τὴν ἀργυρή τὴν πόρτα...

— Ποιός χτύπησε στὴν ἀργυρή πόρτα τῆς μαυρομάτας;

— ’Εμεῖς εἴμεστ’, οἱ ἄρχοντες κ’ οἱ μητροπολιτᾶδες!

‘Ο Κωσταντής μᾶς ἔστειλε, δυό λόγια νὰ σοῦ ποῦμε...

— ’Ανοίξετε στοὺς ἄρχοντες, στοὺς μητροπολιτᾶδες!

Φέρτε τρακόσα στρώματα, φέρτε τρακόσα πεύκια,

γιὰ νὰ καθήσουν οἱ ἄρχοντες κ’ οἱ μητροπολιτᾶδες -

φέρτε Μονεβασιὰ κρασί, νὰ πιοῦν οἱ ἀντρειωμένοι!..

’Εμπαίνουν τότ’ οἱ ἄρχοντες κ’ οἱ μητροπολιτᾶδες

καὶ τὴν εὑρίσκουν κ’ ἔπλεγε τ’ ὁλόχρυσο γαϊτάνι...

Καθὼς τοὺς εἶδ’ ἡ λυγερή νἐπροσηκώθηκέ τους:

— Καλῶς ἦρθαν οἱ ἄρχοντες κ’ οἱ μητροπολιτᾶδες!..

Φάτε καὶ πιέτε, γέροντες - κ’ ἐγὼ στὸν ὁρισμό σας!

— ’Εμεῖς ἐδῶ δὲν ἤρθαμε νὰ φᾶμε καὶ νὰ πιοῦμε...

Προξενητᾶδες εἴμαστε κ’ ἤρθαμε νὰ σοῦ ποῦμε -

ὁ Κωσταντής μᾶς ἔστειλε, τ’ ὄμορφο παλληκάρι,

ἄν εἶναι θέλημα θεοῦ, γυναῖκα νὰ σὲ πάρη...


Σὰν τ’ ἄκουσ’ ἡ Λιογέννητη νἐχτύπησε τὰ γέλοια.

— Γιά πῆτε του τοῦ Κωσταντῆ, τοῦ μοσκαναθρεμμένου,

δέ θέλω τον, δέ χρήζω τον, δέν καταδέχομαί τον!

Σὰν ἔρθ’ ἡ μάνα μ’ ἀπ’ τὴ γῆς κι ὁ Κύρης μ’ ἀπ’ τὸν “Αδη,

τὰ δυό μ’ ἀδέρφια τὰ καλά νἀπὸ τὸν Κάτου Κόσμο,

νὰ σπείρουνε τὴ θάλασσα σιτάρι νὰ καρπίση,

χρυσάγανο, χρυσόσταχο καὶ χρυσοκοντυλᾶτο,

καὶ μὲ τ’ ἀργυροδρέπανα νὰ μποῦν νὰ τὸ θερίσουν,

κ’ εἰς τὸν ἀφρό τῆς θάλασσας νὰ κάμουνε τ’ ἀλώνι,

μηδέ καὶ τ’ ἄχερο βραχῆ, μηδέ καὶ τὸ σιτάρι,

μηδὲ τὴν πάχνη τ’ ἀλωνιοῦ ἀγέρας νὰ τὴν πάρη,

τότε κ’ ἐγώ τὸν Κωσταντή θὰ τονε πάρω γι’ ἄντρα -

καὶ πάλι ναι, καὶ πάλι ὄχι, καὶ πάλι σά μοῦ δόξη!..

Σὰν τ’ ἄκουσαν οἱ ἄρχοντες κ’ οἱ μητροπολιτᾶδες,

τοὺς κακοφάνηκε πολύ κ’ ἔσκυψαν τὸ κεφάλι...

Κι αὐτή τότε τοὺς ἔδωκε τ’ ὁλόχρυσο γαϊτάνι:

— ... ‘Ορίστε τὴν πλεξοῦδα μου,... τὸν ἐδικό σας κόπο...

’Εκίνησαν καὶ πάγαιναν πικροί καὶ μαραμένοι -

κι ὁ Κωσταντὴς καρτέρειγε στὴν ἀργυρή του πόρτα.

— Καλῶς ἦρθαν οἱ ἄρχοντες, μὲ τὰ καλά τὰ λόγια!

— Κακῶς ἦρθαν οἱ ἄρχοντες, μὲ τὰ κακά τὰ λόγια...

«Δέ θέλει σε, δέ χρήζει σε, δέν καταδέχεται σε!

Σὰν ἔρθ’ ἡ μάνα τ’ς ἀπ’ τὴ γῆς κι ὁ Κύρης ἀπ’ τὸν “Αδη,

τὰ δυό τ’ς ἀδέρφια τὰ καλά νἀπὸ τὸν Κάτου Κόσμο,

νὰ σπείρουνε τὴ θάλασσα σιτάρι νὰ καρπίση,

χρυσάγανο, χρυσόσταχο καὶ χρυσοκοντυλᾶτο,

καὶ μὲ τ’ ἀργυροδρέπανα νὰ μποῦν νὰ τὸ θερίσουν,

κ’ εἰς τὸν ἀφρό τῆς θάλασσας νὰ κάμουνε τ’ ἀλώνι,

μηδέ καὶ τ’ ἄχερο βραχῆ, μηδέ καὶ τὸ σιτάρι,

μηδὲ τὴν πάχνη τ’ ἀλωνιοῦ ἀγέρας νὰ τὴν πάρη

τότε κι αὐτὴ τὸν Κωσταντή θὰ τονε πάρη γι’ ἄντρα -

καὶ πάλι ναι, καὶ πάλι ὄχι, καὶ πάλι σάν τῆς δόξη!..»

‘Ο Κωσταντὴς σὰν τ’ ἄκουσε μέγας καημὸς τὸν πῆρε,

καὶ ζήτησε καὶ τόδωκαν τ’ ὁλόχρυσο γαϊτάνι.

Πῆγε νὰ βρῆ τὶς μάγισσες, ποὺ ξέρουν ἀπὸ μάγια...

‘Ωσάν τὸν εἶδε κ’ ἔρχουνταν τῆς μάγισσας ἡ κόρη:

— Μάνα μ’, ὁ νιός ὁπούρχεται τοῦ κάμπου καβαλλάρης

παίρνουν τὰ ροῦχα του δροσιὰ καὶ τὰ λιχνά του πάχνη,

παίρνουν τὰ πασουμάκια του νἀθοὺς ἀπὸ τὰ δέντρα

κι ὁ γῦρος τοῦ προσώπου του γιὰ κόρη ’ναι θλιμμένος...

— Στὰ μάγια γὼ γεννήθηκα, στὰ μάγια θὰ πεθάνω,

κ’ ἐγώ δέν τὸν ἐγνώρισα, κ’ ἐσύ τονε γνωρίζεις;..

— Καλή σου μέρα, μάγισσα, μὲ τὴν καλή σου κόρη...

Δέν ἔχεις μάγια τῆς καρδιᾶς καὶ μάγια τῆς ἀγάπης,

νὰ κάμης τὴ Λιογέννητη ναρθῆ στὴν ἀγκαλιά μου;


— ῎Αν ἔχης πρᾶμμα τ’ς ἀρεσιᾶς καὶ πρᾶμμα τοῦ χεριοῦ της,

θὰ κάμω τὴ Λιογέννητη ναρθῆ στὴν ἀγκαλιά σου!

— ’Εγώ ’χω πρᾶμμα τ’ς ἀρεσιᾶς καὶ πρᾶμμα τοῦ χεριοῦ της·

ἐγώ ’χω τὴν πλεξίδα της, τ’ ὁλόχρυσο γαϊτάνι...

— Σῦρ’ ἄνοιξε τὴν πόρτα σου καὶ δέσε τὰ θηριά σου,

καὶ κάθου καὶ καρτέρει την ναρθῆ στὴν ἀγκαλιά σου!

Καὶ βγάνει ἀπὸ τὸν κόρφο της τρια μῆλα μαραμένα...

— Τό ’νά ριξε στὸ τρίστρατο, νὰ πάψουν οἱ διαβάτες,

τ’ ἄλλό ριξε στὸν ποταμό, νὰ πάψουν τὰ ποτάμια,

τὸ τρίτο ρίξ’ στὴ λυγερή, ναρθῆ γυρεύοντάς σε!..

Τό ’νά ’ριξε στὸ τρίστρατο, καὶ πάψαν οἱ διαβάτες,

τ’ ἄλλό ’ριξε στὸν ποταμό, καὶ πάψαν τὰ ποτάμια,

τὸ τρίτο, τὸ φαρμακερό, στῆς λυγερῆς τ’ς ἀγκάλες!..

“Ως τό ’δ’ ἡ κόρ’ ἐσβήστηκεν - ὥς τό ’δε δαιμονίστη!..

Σὰν ἦρθαν τὰ μεσάνυχτα, τὴ σκότισαν τὰ μάγια...

— Μόρ’ βάγιες μου, μόρ’ ντάντες μου, μόρ’ σκλάβες τοῦ Κυροῦ μου,

ἀνάψτε πράσινα κηριά καὶ κόκκινες λαμπάδες,

τι ἐσήμαν’ ἡ Παντάνασσα, νὰ πά’ νὰ προσκυνήσω!..

— Κυρά, τἀρνίθια δέ λαλοῦν, καμπάνες δέ σημαίνουν,

κ’ ἡ ἐδική σου ἡ ἐκκλησιὰ νέ ψέλνει νέ σημαίνει!..

— Μπά, τοῦ Κυροῦ μου τὸ ψωμί στὰ μάτια νὰ σᾶς πιάκη!..

Κ’ ἔτσι ἀσηκώθη μοναχή κ’ ἐβῆκε στὸ σκοτάδι...

Μιὰ δοῦλα δέν τὴν ἄφηκε κι ἀπὸ κοντά της πάγει.

...Σὰν ἔφτακε, σὰ ζύγωσε στὴ μέσ’ ἀπὸ τὸ δρόμο,

ἐκεῖ τῆς ἦρθ’ ὀλίγ’ ὁ νοῦς κι ἀρχίνησε νὰ λέγη:

— ... Ποιός εἶδεν ἥλιο ἀποβραδίς κι ἀστρί τὸ μεσημέρι;

Ποιός εἶδε τὴ Λιογέννητη νὰ περπατῆ στοὺς δρόμους

ξεσκούφωτη, ξυπόλητη καὶ ξεμαλλοπλεμένη;..

— ’Εγώ εἶδα νἥλιο ἀποβραδίς κι ἀστρί τὸ μεσημέρι -

ἐγώ εἶδα τὴ Λιογέννητη νὰ περπατῆ στοὺς δρόμους,

ξεσκούφωτη, ξυπόλητη καὶ ξεμαλλοπλεμένη!

— ... Θε’ μου, κι ἄν εἶμαι καθαρή, κι ἄν εἶμ’ ἐγώ παρθένο,

ἄστραψε καὶ μπουμπούνιξε, νὰ χαλαστοῦν τὰ μάγια!

...῎Αστραψε καὶ μπουμπούνιξε - χαλάστηκαν τὰ μάγια...

‘Ο Κωσταντὴς ὀλονυχτίς καρτέρειγε στὸ σπίτι -

κι αὐτοῦ στὰ ξημερώματα τὸ μαῦρο του σελλώνει...

— ’Ανάθεμά σε, μάγισσα, ποὺ μάγια δέ γνωρίζεις!

— Σάν εἶν’ ἡ κόρη καθαρή, τὰ μάγια τί σοῦ φταῖνε;..

Σύρε ξουρίσου φράγκικα, καὶ ντύσου στὰ γυναίκεια,

γυναίκεια καὶ χαιρέτησε, κατὰ τὴν ὥρα πούναι,

καὶ πές: «Εἶμ’ ἡ ἀξαδέρφη σου, νἀπὸ τὸν ἄϊ-Δονᾶτο,

ὁποὺ πλουμί δὲν ἤξερα κ’ ἦρθα πλουμί νὰ μάθω!..»

Ξουρίστηκε στὰ φράγκικα καὶ ντύθηκε γυναίκεια,

καὶ χτύπησε στὴν ἀργυρή πόρτα τῆς μαυρομάτας.


— Ποιός χτύπησε στὴν ἀργυρή πόρτα τῆς μαυρομάτας;

— ’Εγώ εἶμ’, ἡ ἀξαδέρφη σου, ἀπὸ τὸν ἄϊ-Δονᾶτο,

ὁποὺ πλουμί δὲν ἤξερα κ’ ἦρθα πλουμί νὰ μάθω!

— Καλῶς ἦρθ’ ἡ ἀξαδέρφη μου, μὰ γὼ δέ σὲ γνωρίζω...

Καὶ ποῦθεν εἶν’ ὁ τόπος σου καὶ ποῦθεν ἡ γενιά μας;

— ’Αλάργ’ ὰν εἶν’ ὁ τόπος μου ’ν’ ἀπὸ κοντά ἡ γενιά μας,

κ’ ἐμεῖς ἐξεμακρύναμε καὶ χάθηκ’ ἡ γενιά μας,

κ’ ἐδῶ μὲ στέρν’ ἡ μάνα μου πλουμίδια νὰ μὲ μάθης,

πλουμίδια καὶ κεντίσματα κι ἀπ’ ὅ,τι θέλ’ ὁ νοῦς μου!

— Μεταχαρᾶς, ξαδέρφη μου, πλουμίδια νὰ σὲ μάθω,

πλουμίδια καὶ κεντίσματα κι ἀπ’ ὅ,τι θέλ’ ὁ νοῦς σου!..

Σὰν ἄρχισε καὶ νύχτωνε, πῆρε νὰ σκοτεινιάση,

ὁ Κωσταντὴς ἀσκώθηκε, τάχα πὼς θενα φύγη.

— ...Νἐνύχτωσε καὶ βράδιασε, πῆρε νὰ σκοτεινιάση,

πᾶν τὰ θηριὰ στὶς κοῖτες τους, τ’ ἀηδόνια στὶς φωλιές τους,

κ’ ἐγὼ τὸ ξένο κ’ ἔρημον ἀπόψε ποῦ νὰ μείνω;

— Μήν πλήσσης, ἀξαδέρφη μου, καὶ μένεις μὲ τὶς σκλάβες...

— ’Εγώ, τοῦ βασιλιῶς παιδί, τοῦ βασιλιῶς ἀγγόνι,

καὶ τώρα μὲ κατάντησες νὰ μείνω μὲ τὶς σκλάβες;..

— Μήν πλήσσης, ἀξαδέρφη μου, καὶ μένεις μὲ τὶς δοῦλες!..

— ’Εγώ, τοῦ βασιλιῶς παιδί, τοῦ βασιλιῶς ἀγγόνι,

καὶ τώρα μὲ κατάντησες νὰ μείνω μὲ τὶς δοῦλες;..

— Μήν πλήσσης, ἀξαδέρφη μου, καὶ μένεις μὲ τὶς ντάντες...

— ’Εγώ, τοῦ βασιλιῶς παιδί, τοῦ βασιλιῶς ἀγγόνι,

καὶ τώρα μὲ κατάντησες νὰ μείνω μὲ τὶς ντάντες;..

— Μήν πλήσσης, ἀξαδέρφη μου, καὶ μένεις μὲ τὶς βάγιες...

— ’Εγώ, τοῦ βασιλιῶς παιδί, τοῦ βασιλιῶς ἀγγόνι,

καὶ τώρα μὲ κατάντησες νὰ μείνω μὲ τὶς βάγιες;..

— Μήν πλήσσης, ἀξαδέρφη μου, καὶ μένουμε τὰ δυό μας!..

’Ανάψτε βάγιες τὰ κηριά, μουνοῦχοι τὶς λαμπάδες,

καὶ στρώσετε τὴν κλίνη μου, τὴ λινομέταξή μου!

Βάλετε στρῶμα νἀργυρό, στρῶμα μαλαματένιο,

βάλετε τὰ παπλώματα τά φάναν ἀνεράϊδες

καὶ τὰ φαδιοπλουμίσασι τοῦ Δράκονταν οἱ κόρες,

καὶ στρῶστε πάτους βασιλκό, καὶ πάτους μαντζουράνα,

καὶ πάτους δεντρολίβανο, νὰ κοιμηθοῦμ’ ἀντάμα!

...‘Ολονυχτίς κοιμούντανε σὰ δυό γλυκά ἀδερφάκια -

καὶ πρὸς τὰ ξημερώματα σὰν τ’ ἄγρια τὰ πουλάκια!..

. . . . . . .

...Σὰν ἔφεξε, ξημέρωσε, σὰν ἦρθεν ἡ ἄλλη νύχτα,

— Μάν’ ἄνοιξε τὶς πόρτες σου καὶ δέσε τὰ θηριά σου,

γιατὶ θενάρθ’ ἡ νύφη σου, θενάρθ’ ἡ μαυρομάτα!..

‘Ολίγος ὕπνος μ’ ἔπιακε καὶ πάω γιὰ νὰ πλαγιάσω,

κι ὄντας θενάρθ’ ἡ νύφη σου, ναρθῆς νὰ μὲ ξυπνήσης...

— Σῦρε παιδί μου πλάγιασε κ’ ἐγώ θὰ καρτερέσω,

κι ὄντας θενάρθ’ ἡ νύφη μου θαρθῶ νὰ σὲ ξυπνήσω...


Καὶ κείν’ ἡ σκύλα, ἡ ἄνομη, δέν ἔκαμ’ ὅπως εἶπε,

μον’ ἔκλεισε τὴν πόρτα της κ’ ἔλυσε τὰ θηριά της,

κ’ ἔβαλε μπρὸς στὴ ροῦγα της γοῦρνα φαρμακωμένη!

...’Επλάγιασ’ ἡ Λιογέννητη στὴν ἀργυρή της κλίνη...

Σὰν ἦρθαν τὰ μεσάνυχτα, τὴ σκότισαν τὰ μάγια.

— Μόρ’ βάγιες μου, μόρ’ ντάντες μου, μόρ’ σκλάβες τοῦ Κυροῦ μου,

ἀνάψτε πράσινα κηριά καὶ κόκκινες λαμπάδες,

τι ἐσήμανε ἡ Παντάνασσα, νὰ πάω νὰ προσκυνήσω!

— ...Κυρά, τἀρνίθια δέ λαλοῦν, καμπάνες δέ σημαίνουν,

κ’ ἡ ἐδική σου ἡ ἐκκλησιὰ νέ ψέλνει νέ σημαίνει...

— Μπά, τοῦ Κυροῦ μου τὸ ψωμί στὰ μάτια νὰ σᾶς πιάκη!..

Κ’ ἔτσι ἀσηκώθη μοναχή κ’ ἐβῆκε στὸ σκοτάδι...

Μιὰ δοῦλα δέν τὴν ἄφηκε κι ἀπὸ κοντά της πάγει.

...Σὰν ἔφτακε, σὰ ζύγωσε στὴ μέσ’ ἀπὸ τὸ δρόμο,

ἐκεῖ τῆς ἦρθ’ ὀλίγ’ ὁ νοῦς κι ἀρχίνησε νὰ λέγη:

— ... Ποιός εἶδεν ἥλιο ἀποβραδίς κι ἀστρί τὸ μεσημέρι;

Ποιός εἶδε τὴ Λιογέννητη νὰ περπατῆ στοὺς δρόμους

ξεσκούφωτη, ξυπόλητη καὶ ξεμαλλοπλεμένη;..

— ’Εγώ εἶδα νἥλιο ἀποβραδίς κι ἀστρί τὸ μεσημέρι,

ἐγώ εἶδα τὴ Λιογέννητη νὰ περπατῆ στοὺς δρόμους

ξεσκούφωτη, ξυπόλητη καὶ ξεμαλλοπλεμένη!

— ... Θε’ μου, κι ἄν εἶμαι καθαρή, κι ἄν εἶμ’ ἐγώ παρθένο,

ἄστραψε καὶ μπουμπούνιξε, νὰ χαλαστοῦν τὰ μάγια!

...Δέν ἄστραψε, δέ βρόντηξε, δέ λύθηκαν τὰ μάγια...

Κι ἀρχίνησε καὶ χτύπαγε τοῦ Κωσταντῆ τὴν πόρτα:

— ῎Ανοιξε, μάγισσας παιδί καὶ μάγισσας ἀγγόνι,

με βούρλισαν τὰ μάγια σου κ’ ἦρθα κατὰ τ’ ἐσένα!

— Ροκάνισε τὸ σίδερο, σὰ σκύλα τὴ μαγγούρα,

καὶ πιέ νερό τῆς γούρνας μου κ’ ὕστερα νὰ σ’ ἀνοίξω!

— ῎Ανοιξε, μάγισσας παιδί καὶ μάγισσας ἀγγόνι,

με βούρλισαν τὰ μάγια σου κ’ ἦρθα κατὰ τ’ ἐσένα!

— Ροκάνισε τὸ σίδερο, σὰ σκύλα τὴ μαγγούρα,

καὶ πιέ νερό τῆς γούρνας μου κ’ ὕστερα νὰ σ’ ἀνοίξω!

— ῎Ανοιξε, μάγισσας παιδί καὶ μάγισσας ἀγγόνι·

με βούρλισαν τὰ μάγια σου κ’ ἦρθα κατὰ τ’ ἐσένα!

— Ροκάνισε τὸ σίδερο, σὰ σκύλα τὴ μαγγούρα,

καὶ πιέ νερό τῆς γούρνας μου κ’ ὕστερα νὰ σ’ ἀνοίξω!

...Ροκάνισε τὸ σίδερο, σὰ σκύλα τὴ μαγγούρα,

κ’ ἔπιε τῆς γούρνας τὸ νερό - κ’ ἔσκασε σὰν τὸ ψάρι!..

. . . . . .

... Κι αὐτοῦ στὰ ξημερώματα ὁ Κωσταντὴς ξυπνάει:

— Μάνα, δέν ἦρθ’ ἡ νύφη σου, δέν ἦρθ’ ἡ μαυρομάτα;..

— Γιέ μου, δέν ἦρθ’ ἡ νύφη μου, δέν ἦρθ’ ἡ μαυρομάτα...


Σὰν ἐκατέβη ὁ Κωσταντής, σὰν ἄνοιξε τὴν πόρτα,

σὰν εἶδε τὴ Λιογέννητη στὸ δρόμο ξαπλωμένη,

ψιλή φωνίτσαν ἔβγαλε, ψιλή φωνίτσα βγάζει:

...Σὰν ἤθελες, μανοῦλα μου, νάχης καὶ γιό καὶ νύφη,

ὄντας σοῦ πρωτοχτύπησεν ἄς εἶχες της ἀνοίξει!

...Χρυσό μαχαίριν ἔβγαλεν ἀπ’ ἀργυρό φηκάρι -

στὸν οὐρανό τὸ πέταξε, μές στὴν καρδιά του πάει!

Παρασκευή 11 Ιουλίου 2025

Σταγόνες καλοκαιριού

Υπάρχουν απογεύματα
που μυρίζουν τέλος.
Ο ήλιος γέρνει αλλιώς,
ο αέρας κουβαλά σιωπή.
Τα παιχνίδια σταματούν
απότομα
Κι ο αέρας μυρίζει
Λες κι είναι τέλη Αυγούστου.

Για μια στιγμή νοσταλγία
Μένεις ακίνητος μες στο απόβραδο
Σαν να χάθηκε κάτι
που δεν ήξερες πως κρατούσες.

Μα το επόμενο πρωί—
το καλοκαίρι είναι ξανά εδώ.
Φωτεινό, γεμάτο υποσχέσεις.
Το ποδήλατο είναι εκεί
Ο δρόμος είναι ζεστός
Η γειτονιά γεμάτη ζωή
"Ε γιωρ, γιωρ, εεε γιωρ"
Κατέβα να παίξουμε 

Όλα ήταν δυνατά:
ένα αυτοκίνητο από ξύλα,
μια αποστολή στους Αγίους Αποστόλους,
ένα μυστικό•
Παιχνίδι που φανερώνεται
από τον ιδρώτα και το χώμα

Και πριν το καταλάβεις—
ο ήλιος πέφτει ξανά.
Οι κολώνες της ΔΕΗ ανάβουν
Η μέρα σβήνει

Μα το πρωί,
πάλι καλοκαίρι.
Πάλι αρχή.
Πάλι για λίγο
όλα τέλεια.

Η ζωή δεν έχει βαρύτητα.
Μόνο δίψα 
Μόνο φως
Σκιές από φυλλωσιές,
Νερό από βρύσες
Και σταγόνες ιδρώτα
Που λαμποκοπούσαν σαν πολύτιμες πέτρες
Στο μέτωπο της ξεγνοιασιάς.

Σάββατο 20 Ιουλίου 2024

Χτυπάει πένθιμα

Είχε κι ο θάνατος 
Την τιμητική του
Κάθε τόσο η καμπάνα χτυπά πένθιμα
Στο χωριό 
Συνειδητά κι υποσυνείδητα 
Όλοι μας γειωνόμαστε για λίγο 
Με την θνητή μας φύση 

Ερωτήση:
Ποιος πέθανε;

Ούτε πως, ούτε γιατί 

Κι αντιλαμβάνεται κανείς ότι η πιο ενδιαφερουσα ερώτηση του ανθρώπου είναι Ποιος;

Μια συνεχής αναζήτηση του υποκειμένου.

Υ.Γ. 
Είναι αυτή η παράδοση που σβήνει μαζί με τον ήχο της καμπάνας που με πονάει πιο πολύ. Αυτά τα διαμάντια της συλλογικής μας διαβίωσης, των οποίων η απώλεια διαβρώνει σιγά σιγά τις ψυχές μας.
Ώσπου να είμαστε πλέον κάποιοι άλλοι.

Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2024

Αδιέξοδο

Δεν μιλάμε πλέον
Δεν συζητάμε
ούτε για τα απλά 
ούτε για τα περίπλοκα

Κι ο λόγος;
Άγνωστο το γιατί, αν υπάρχει καν.

Ίσως το αδιέξοδό μας
να σχετίζεται σημαντικά
με δύο γεγονότα:
Η υπομονη μου να σου εξηγώ τελείωσε
Η υπομονή σου να με ακούς εξαντλήθηκε 

Παρασκευή 14 Απριλίου 2023

Γόρδιος δεσμός

 Ξεχειλίζουν συναισθήματα τα βλέμματα, τόσο πολύ που φοβόμαστε να κοιταχτούμε στα μάτια.

Μάθαμε άλλωστε πως τα βλέμματα κοιτάνε πάντα σε ένα σημείο•

εκεί που ενώνεται η σάρκα με την ψυχή, της ζωή τον γόρδιο δεσμό 

που μόνο ο θάνατος κόβει.

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2022

Όλα όσα αρνηθήκαμε

Το ρόλο μας τον διαλέξαμε οι ίδιοι εμείς
την πρώτη μέρα που διστάσαμε να πάρουμε μιαν απόφαση
ή που σταθήκαμε εύκολοι σε μιαν αναβολή.

Μια ταπείνωση, που δεν ανταποδόθηκε,
αναπηδάει μιαν άλλη ώρα, σαν μαχαίρι, μέσα σου
για να σκοτώσει ό,τι πιο πολύ αγαπάς.

Ένα μεγάλο, ακατόρθωτο όνειρο,
που του ’κλεισες την πόρτα,
κάθεται 'κεί απέξω χρόνια τώρα

κι όταν σε βρουν νεκρό,
κανείς δεν ξέρει ότι δεν άντεχες
ν’ ακούς αυτά τα τεράστια ματωμένα νύχια του
να γδέρνουνε την πόρτα σου.

Όλα όσα αρνηθήκαμε...
αυτό είναι το πεπρωμένο μας.

Τάσος Λειβαδίτης, "Οι τελευταίοι", 1964 -απόσπασμα

Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2021

Ο ξένος κι η σειρήνα της αυγής

Πέρασα από λαιστρυγόνες και συμπληγάδες
για να σε βρω να κάθεσαι σκεπτική και μόνη
στην ακρογυαλιά μιας παραλίας δίχως ηλιοβασίλεμα
και σου είπα:

'' έ συ, κυρά, με τα όμορφα μαλλιά, για δεν έρχεσαι μαζί μου;

η σκέψη σου άνετα μπορεί να ξεκουραστεί στα χέρια μου

μαζί με το κορμί σου μέχρι το επόμενο ηλιοβασίλεμα''


Με κοίταξες με δυο μάτια γεμάτα δάκρυα και υπομονή,
θλιμμένη μα χαρούμενη και μου απάντησες:

'' δε ζητώ την ξεκούρασή σου ξένε μου,

μα αν μου βρεις ηλιοβασίλεμα, θα μείνω για πάντα στα χέρια σου,

δική σου για μια ζωή. Πρόσεχε με όμως να με κρατάς,

γιατί σαν δω ξανά το ηλιοβασίλεμα θα φύγω,

όπως έκανα όταν με βρήκες''

Αλλεργιογόνο

Ψαχούλευα την γύρη
της ευτυχίας μου
και σκόρπισα γύρω μου
μια σκόνη, αλλεργιογόνο.

Άγγιζα τα κόκκινα μάτια μου
κι αντί για δάκρυα
έκλαιγα όμορφες στιγμές
ψιχάλες δροσιάς στο άνυδρο παρόν μου.

Εν αρχή

Στην αρχή δεν είδα 
Τίποτα άλλο 
Από το βλέμμα σου
Έπειτα δεν άκουγα
Τίποτα άλλο
Από την φωνή σου
Τέλος δεν ένιωθα
Τίποτα άλλο
Από το άγγιγμα σου

"Κι η αλήθεια;" με ρώτησες με απόρροια.
"Υπερτιμημένη κι αυτή" σου απάντησα κλαίγοντας.



Σάββατο 7 Μαρτίου 2020

Η λάθος αγάπη

Μοναδικός αλτρουϊσμός:
η λάθος αγάπη.
Το σωστό
μολυσμένο από συμφέρον.

Εγώ στα όρια του δρόμου
κοιτάζοντας τα λουλούδια,
πέρα απ΄ την λευκή γραμμή.

Το μαύρο μια ανάσα μακρυά
και μας ορίζει.

Τα βήματα πάντα εκεί
μας περιμένουν να τα φορέσουμε
να πάμε μακρυά,
βαθειά μέσα στο άγνωστο,
να βρούμε κι άλλους μοναχικούς
στο δρόμο προς την λήθη.

Φοβηθήκαμε την λάθος αγάπη.
Από δω και τώρα πάντα μόνοι.

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2019

Νέα ζωή

Σ´αγαπώ πριν σε μάθω
Πριν τα μάτια μου θαμπώσουν
απ' την γνώση
πριν τα χείλη μου στεγνώσουν
με την πτώση.
Τα λίγα σου λόγια
δίπλα μου
τα δυο σου χέρια
γύρω μου
κι αυτή η καρδιά
που μόνη συνήθισε 
να χτυπά στα χέρια σου για ακόμη μια φορά.

Το αν και το φιλί
Το μη και το άγγιγμα
Το όχι και το θέλω
Εσύ κι εγώ
Χρόνια περνάν και λόγια ξεχνιούνται
Κι όμως συστάδες κυττάρων της αγάπης μας
Παλλονται για πάντα στον ρυθμό
που συντονίζονται
δυο άνθρωποι που αγαπήθηκαν μια για πάντα.

Μέλλον μαζί
Βραχύ παρόν
Τέλος και χώρια
Αρχή, χέρι-χέρι
Δεν ήμουν σίγουρος ποτέ
Δεν ήσουν ποτέ αβέβαιη
Μαζί μια τρικυμία
Χώρια μια όαση δίχως νερό
Πως να ξοδέψω μια ζωή στο άπειρο
Πως να μην θέλω να πνίγομαι μαζί σου εξακολουθητικά
Μέχρι την επόμενη αυγή
Το επόμενο κλαψούρισμα
Στην αγκαλιά της νέας ζωής.

Ιανουάριος 2019


Διακριτητική

Τα λιγοστά λόγια δίπλα στα περίσσια δάκρυα
κρύβανε πάντα μια αλήθεια πιο πλατυά απο την πραγματικότητα
Δυο μάτια βουρκωμένα δίπλα σε χείλη αμίλητα
κυοφορούν μια θάλασσα πιο βαθυά απ' όλους τους ωκεανούς,
Θάλασσα συναισθήματα, ανθρώπων έργα.

Καλοκαιρινό παιχνίδι

Στα μικρά σπίτια με τις τσιμεντένιες αυλές και τους χωμάτινους δρόμους
Μεγαλώσαμε δίχως πριν και αύριο μόνο τώρα και σε λίγο
Τρέξαμε να τα φτύσουμε πριν μας προλάβουν οι σκοτούρες
Κάναμε ποδήλατο χωρίς χέρια στο τιμόνι πριν μας δέσουν με ασφάλειες ζωής
Τραβήξαμε το ξύλινο αμαξάκι με τις ψεύτικες πλαστικές ρόδες
μέχρι ψηλά στην ανηφόρα, ξανά και ξανά
Μέχρι να ρθει το σούρουπο, να ανάψουν τα φώτα στις κολόνες της  ΔΕΗ
και να ακουστεί μια φωνή:
"Στο σπίτι γρήγορα τώρα, νύχτωσε"

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2016

Συναντιόμαστε στην Αλήθεια

Συναντιόμαστε στην αλήθεια
σαν δυο παιδιά καταμεσήμερο
στην γειτονιά, στην πίσω αυλή.

Τα λόγια πάντα χαμηλόφωνα
η κίνηση φευγαλέα κι ήρεμη
ήλιος και πολλές μικρές σκιές.

Συναντιόμαστε στην αλήθεια εμείς
μετά από παρακάμψεις στο ψέμα
και στάσεις στην αδράνεια της ρουτίνας.

Πίνουμε καφεδάκι και τα λέμε
περπατάμε δίπλα στο λιμάνι
και πιανόμαστε χέρι-χέρι.

Δεν ντρεπόμαστε ποτέ ο ένας τον άλλο
δεν θαυμάζουμε τίποτα
ειλικρίνεια και πάθος
τα μοναδικά μας ελαττώματα.
Το βράδυ, το αεράκι, το τέλος του καλοκαιριού
μας βρίσκει δίπλα στο αντίο.
Κλείνουμε την πόρτα πίσω μας
και συνεχίζουμε με καρδιές δίχως χτύπο.

Συναντιόμαστε στην αλήθεια
βλέπουμε ότι είμαστε εν δυνάμει ζωντανοί
μα επιστρέφουμε στην σταθερότητα
για μια ακόμη φορά.

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2016

Ο ξένος κι η σειρήνα της αυγής

Πέρασα από λαιστρυγόνες και συμπληγάδες
για να σε βρω να κάθεσαι σκεπτική και μόνη
στην ακρογυαλιά μιας παραλίας δίχως ηλιοβασίλεμα
και σου είπα:

'' έ συ, κυρά, με τα όμορφα μαλλιά, για δεν έρχεσαι μαζί μου;

η σκέψη σου άνετα μπορεί να ξεκουραστεί στα χέρια μου

μαζί με το κορμί σου, μέχρι το επόμενο ηλιοβασίλεμα''


Με κοίταξες με δυο μάτια γεμάτα δάκρυα και υπομονή,
θλιμμένη μα παρά ταύτα χαρούμενη και μου απάντησες:

'' δε ζητώ ξεκούραση ξένε μου,

μα αν μου βρεις ηλιοβασίλεμα, θα μείνω για πάντα στα χέρια σου,

δική σου για μια ζωή. Πρόσεχε με όμως να με κρατάς,

γιατί σαν δω ξανά το ηλιοβασίλεμα θα φύγω,

όπως έκανα όταν με βρήκες''

Το βλέμμα σου λεξιδοτεί

Οι άνθρωποι της θάλασσας μιλάνε με τα φωνήεντα αγάπη μου
και οι βουνίσιοι μόνο με τα σύμφωνα.
Κι συ μια υδροχόος που μου ζητά λέξεις ολόκληρες
γεμάτες και δυνατές,
να περάσουν τα βουνά,
να κολυμπήσουν τις θάλασσες
και να πετάξουν στους ουρανούς
για να σε βρίσκουν παντού και πάντα,
                                                             ώστε να μπορείς να νιώθεις.

Κι εγώ σου ζητώ να με κοιτάς στα μάτια,
εμένα τον άνθρωπο της θάλασσας και των φωνηέντων
που ανέβηκα στην πιο ψηλή κορφή
και έμαθα να σου λέω τις λέξεις ολόκληρες για τις ακούς.
Έμενα που στέκομαι γυμνός εκεί πάνω,
κοίτα με στα μάτια αγάπη μου,
όχι γιατί φοβάμαι τα ύψη
αλλά γιατί το βλέμμα σου λεξιδοτεί την σκέψη μου.

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2016

Τα λάθη

Τι νόμιζες;
Τα λάθη θα σε αφήσουν τόσο εύκολα;
Εσύ τα γέννησες, εσύ θα τα αναθρέψεις, είσαι ο γεννήτορας.
Είναι τα παιδιά σου, μεγάλα ή μικρά.
Τα σκοτώνεις;
Τα παρατάς;

Όσο γερνάς είτε σε κυνηγάνε αν τα καλλιεργείς,
είτε σε αφήνουν κι αυτά μόνο σου.
Μόνος να τριγυρνάς ανάμεσα σε μόνους.

Τι νόμιζες;
Τα λάθη

μας κάνουν ότι είμαστε

μας σμιλεύουν
αποκλύπτοντας το γνήσιο, το πρωταρχικό
τον πληγωμένο παιδικό μας εαυτό.

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2016

Η αυταπάρνηση του ''μαζί''

Τι κι αν τα όνειρα φυλάνε το μυστήριο
τόσο επτασφράγιστο
τόσο σκοτεινά διάφανο στην επαφή.
Εγώ κι εσύ περάσαμε την όχθη
αφήνοντας πίσω τα όνειρα
τις προσδοκίες για μας
και μαζί λουστήκαμε
μέσα στα ρόδα της επαφής,
από μέσα μέχρι έξω,
λίγο έως πολύ στην αυταπάρνηση του μαζί,
κόντρα στο κατεστημένο του χώρια
ενάντια στην εξάρτηση της μοναξιάς.
Εγώ κι εσύ ξεφλουδίσαμε εγωισμούς
κι απολαμβάνοντας τις σάρκες μας γυμνές
ζούμε ένα απύθμενο τώρα
θεϊκό
μέσα σε όλες τις ιδιότητες του ονείρου,
μα έξω απ' αυτό.
Δεν είναι όνειρο, Σ' αγαπώ.

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2016

Στα δύσκολα αγαπάμε καλύτερα

Τα μόνα λόγια που ακούγονται
είναι οι φόβοι των δειλων
κι οι ελπίδες των ερωτευμένων.
Τα μόνα άστρα που σβήνουν
είναι αυτά που γέμισαν το σύμπαν με ζωή.
Οι μόνοι άνθρωποι που φεύγουν για πάντα
είναι αυτοί που τα δώσαν όλα.

Τα μάτια σου κι ο χτύπος της καρδιάς σου
Τα χέρια μου κι ο ήχος της φωνής μου
Ένα ένστικτο παιδί κι ένας νούς στρατιώτης

Η θάλασσα που μας έσμιξε
αυτή που βάζει τα κύματα να μας χωρίζουν
μας κουβαλά στους ώμους της
υπομονετικά ώσπου να βρούμε τα παιδιά μας.

Τα όνειρα και τα ταξίδια
Τα δάκρυα και τα τηλέφωνα
Ο κόπος κι ο πόνος

Τα δοκιμάσαμε όλα, τα ίδια και τα αλλιωτικα
Χώρια, μαζί
Μακρυά και δίπλα
Πλάι-πλάι, πλάτη με πλάτη
Αυτό που έλειπε ήταν πάντα ένα:
Η αγάπη.
Αυτό που υπήρχε σε πλεόνασμα, ένα:
Το συμφέρον.

Και τώρα που όλα μας τα συμφέροντα γίναν σκόνη.
Τώρα που κι η επιβίωσή μας ίδια απειλείται.

Τώρα που το μόνο που σου έμεινε είμαι εγώ
και γω δεν έχω άλλο τίποτα παρά εσένα.

Τώρα στα δύσκολα, ψυχή μου
Εμείς αγαπάμε καλύτερα.





Σάββατο 23 Απριλίου 2016

Αντέχεις;

Στα στάχυα της ημέρας
και στα κυκλάμινα που ποτίζονται
με νυχτερινά δάκρυα
αφήνω τα όνειρα μου να ξεκουράζονται,

μακρυά μου.

Μακρυά μου, γιατί δίπλα μου
τα πνίγω και τα καταστρέφω.

Τα συναρμολογώ ένα-ένα κάθε πρωί
για να τα φορέσω πριν ανοίξεις τα μάτια σου το πρωί,

αντέχεις άραγε να με αντικρίσεις γυμνό;