Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Η Λιογένητη

‘Ο Κωσταντής, ὁ μορφονιός, ὁ μικροΚωσταντῖνος,

μιὰ μέρα θέλησε νὰ βγῆ νὰ λαγοκυνηγήση,

καὶ διάβαινε καμαρωτὸς ἀπ’ τὴν πλατειά τὴ ροῦγα...

’Εκεῖ ’δε τὴ Λιογέννητη μὲ τετρακόσες σκλάβες·

σὲ κρεμεζὰ τριανταφυλλιάν ἦταν ἀκουμπισμένη

κ’ εἶχε τὰ φρύδια τορνευτά, τὰ μάτια σὰ ζαφείρι,

καὶ στὸ μικρό τὸ δάχτυλον εἶχε τὸ δαχτυλίδι -

καλλιά ’λαμπε τὸ δάχτυλο πάρε τὸ δαχτυλίδι!

‘Ωσάν τὴν εἶδ’ ὁ Κωσταντής, ἀφήνει τὸ κυνήγι.

Κινάει νὰ πάη στὸ σπίτι του σὰ μῆλο μαραμένο...

Χωρὶς θέρμ’ ἐθερμάστηκε, χωρὶς ὀριὸν ἐριάστη,

δίχως τὸν πονοκέφαλον ἔπεσε στὸ κρεββάτι...

— Μάνα, ψυχή, μάνα, καρδιά, μάνα, καὶ τὸ κεφάλι!

Μάνα, θολά ’ναι τὰ βουνά, καὶ θαμπερό ’ν’ τὸ σπίτι!

— Γιέ μου, καλά ’ναι τὰ βουνά, καὶ λαμπερό ’ν’ τὸ σπίτι,

μὰ σὺ κορίτσιν ἀγαπᾶς καὶ κείνη δέν τὸ ξέρει...

— Μάνα, τὴν κόρη πούδα γώ, ἄλλος νὰ μήν τὴν πάρη!

Στεῖλε νὰ κράξης ἄρχοντες καὶ μητροπολιτᾶδες,

νὰ πᾶ’ νὰ κάμουν προξενιά, γυναῖκα νὰ τὴν πάρω!..

Στέρνει τρακόσους ἄρχοντες καὶ μητροπολιτᾶδες,

στέρνει τὸν ἄρχοντα Φωκᾶ, στέρνει τὸ Νικηφόρο,

στέρνει τὸν Πετροτράχηλο, ποὺ τρέμ’ ἡ γῆς κι ὁ κόσμος!

’Εχτύπησαν οἱ ἄρχοντες τὴν ἀργυρή τὴν πόρτα...

— Ποιός χτύπησε στὴν ἀργυρή πόρτα τῆς μαυρομάτας;

— ’Εμεῖς εἴμεστ’, οἱ ἄρχοντες κ’ οἱ μητροπολιτᾶδες!

‘Ο Κωσταντής μᾶς ἔστειλε, δυό λόγια νὰ σοῦ ποῦμε...

— ’Ανοίξετε στοὺς ἄρχοντες, στοὺς μητροπολιτᾶδες!

Φέρτε τρακόσα στρώματα, φέρτε τρακόσα πεύκια,

γιὰ νὰ καθήσουν οἱ ἄρχοντες κ’ οἱ μητροπολιτᾶδες -

φέρτε Μονεβασιὰ κρασί, νὰ πιοῦν οἱ ἀντρειωμένοι!..

’Εμπαίνουν τότ’ οἱ ἄρχοντες κ’ οἱ μητροπολιτᾶδες

καὶ τὴν εὑρίσκουν κ’ ἔπλεγε τ’ ὁλόχρυσο γαϊτάνι...

Καθὼς τοὺς εἶδ’ ἡ λυγερή νἐπροσηκώθηκέ τους:

— Καλῶς ἦρθαν οἱ ἄρχοντες κ’ οἱ μητροπολιτᾶδες!..

Φάτε καὶ πιέτε, γέροντες - κ’ ἐγὼ στὸν ὁρισμό σας!

— ’Εμεῖς ἐδῶ δὲν ἤρθαμε νὰ φᾶμε καὶ νὰ πιοῦμε...

Προξενητᾶδες εἴμαστε κ’ ἤρθαμε νὰ σοῦ ποῦμε -

ὁ Κωσταντής μᾶς ἔστειλε, τ’ ὄμορφο παλληκάρι,

ἄν εἶναι θέλημα θεοῦ, γυναῖκα νὰ σὲ πάρη...


Σὰν τ’ ἄκουσ’ ἡ Λιογέννητη νἐχτύπησε τὰ γέλοια.

— Γιά πῆτε του τοῦ Κωσταντῆ, τοῦ μοσκαναθρεμμένου,

δέ θέλω τον, δέ χρήζω τον, δέν καταδέχομαί τον!

Σὰν ἔρθ’ ἡ μάνα μ’ ἀπ’ τὴ γῆς κι ὁ Κύρης μ’ ἀπ’ τὸν “Αδη,

τὰ δυό μ’ ἀδέρφια τὰ καλά νἀπὸ τὸν Κάτου Κόσμο,

νὰ σπείρουνε τὴ θάλασσα σιτάρι νὰ καρπίση,

χρυσάγανο, χρυσόσταχο καὶ χρυσοκοντυλᾶτο,

καὶ μὲ τ’ ἀργυροδρέπανα νὰ μποῦν νὰ τὸ θερίσουν,

κ’ εἰς τὸν ἀφρό τῆς θάλασσας νὰ κάμουνε τ’ ἀλώνι,

μηδέ καὶ τ’ ἄχερο βραχῆ, μηδέ καὶ τὸ σιτάρι,

μηδὲ τὴν πάχνη τ’ ἀλωνιοῦ ἀγέρας νὰ τὴν πάρη,

τότε κ’ ἐγώ τὸν Κωσταντή θὰ τονε πάρω γι’ ἄντρα -

καὶ πάλι ναι, καὶ πάλι ὄχι, καὶ πάλι σά μοῦ δόξη!..

Σὰν τ’ ἄκουσαν οἱ ἄρχοντες κ’ οἱ μητροπολιτᾶδες,

τοὺς κακοφάνηκε πολύ κ’ ἔσκυψαν τὸ κεφάλι...

Κι αὐτή τότε τοὺς ἔδωκε τ’ ὁλόχρυσο γαϊτάνι:

— ... ‘Ορίστε τὴν πλεξοῦδα μου,... τὸν ἐδικό σας κόπο...

’Εκίνησαν καὶ πάγαιναν πικροί καὶ μαραμένοι -

κι ὁ Κωσταντὴς καρτέρειγε στὴν ἀργυρή του πόρτα.

— Καλῶς ἦρθαν οἱ ἄρχοντες, μὲ τὰ καλά τὰ λόγια!

— Κακῶς ἦρθαν οἱ ἄρχοντες, μὲ τὰ κακά τὰ λόγια...

«Δέ θέλει σε, δέ χρήζει σε, δέν καταδέχεται σε!

Σὰν ἔρθ’ ἡ μάνα τ’ς ἀπ’ τὴ γῆς κι ὁ Κύρης ἀπ’ τὸν “Αδη,

τὰ δυό τ’ς ἀδέρφια τὰ καλά νἀπὸ τὸν Κάτου Κόσμο,

νὰ σπείρουνε τὴ θάλασσα σιτάρι νὰ καρπίση,

χρυσάγανο, χρυσόσταχο καὶ χρυσοκοντυλᾶτο,

καὶ μὲ τ’ ἀργυροδρέπανα νὰ μποῦν νὰ τὸ θερίσουν,

κ’ εἰς τὸν ἀφρό τῆς θάλασσας νὰ κάμουνε τ’ ἀλώνι,

μηδέ καὶ τ’ ἄχερο βραχῆ, μηδέ καὶ τὸ σιτάρι,

μηδὲ τὴν πάχνη τ’ ἀλωνιοῦ ἀγέρας νὰ τὴν πάρη

τότε κι αὐτὴ τὸν Κωσταντή θὰ τονε πάρη γι’ ἄντρα -

καὶ πάλι ναι, καὶ πάλι ὄχι, καὶ πάλι σάν τῆς δόξη!..»

‘Ο Κωσταντὴς σὰν τ’ ἄκουσε μέγας καημὸς τὸν πῆρε,

καὶ ζήτησε καὶ τόδωκαν τ’ ὁλόχρυσο γαϊτάνι.

Πῆγε νὰ βρῆ τὶς μάγισσες, ποὺ ξέρουν ἀπὸ μάγια...

‘Ωσάν τὸν εἶδε κ’ ἔρχουνταν τῆς μάγισσας ἡ κόρη:

— Μάνα μ’, ὁ νιός ὁπούρχεται τοῦ κάμπου καβαλλάρης

παίρνουν τὰ ροῦχα του δροσιὰ καὶ τὰ λιχνά του πάχνη,

παίρνουν τὰ πασουμάκια του νἀθοὺς ἀπὸ τὰ δέντρα

κι ὁ γῦρος τοῦ προσώπου του γιὰ κόρη ’ναι θλιμμένος...

— Στὰ μάγια γὼ γεννήθηκα, στὰ μάγια θὰ πεθάνω,

κ’ ἐγώ δέν τὸν ἐγνώρισα, κ’ ἐσύ τονε γνωρίζεις;..

— Καλή σου μέρα, μάγισσα, μὲ τὴν καλή σου κόρη...

Δέν ἔχεις μάγια τῆς καρδιᾶς καὶ μάγια τῆς ἀγάπης,

νὰ κάμης τὴ Λιογέννητη ναρθῆ στὴν ἀγκαλιά μου;


— ῎Αν ἔχης πρᾶμμα τ’ς ἀρεσιᾶς καὶ πρᾶμμα τοῦ χεριοῦ της,

θὰ κάμω τὴ Λιογέννητη ναρθῆ στὴν ἀγκαλιά σου!

— ’Εγώ ’χω πρᾶμμα τ’ς ἀρεσιᾶς καὶ πρᾶμμα τοῦ χεριοῦ της·

ἐγώ ’χω τὴν πλεξίδα της, τ’ ὁλόχρυσο γαϊτάνι...

— Σῦρ’ ἄνοιξε τὴν πόρτα σου καὶ δέσε τὰ θηριά σου,

καὶ κάθου καὶ καρτέρει την ναρθῆ στὴν ἀγκαλιά σου!

Καὶ βγάνει ἀπὸ τὸν κόρφο της τρια μῆλα μαραμένα...

— Τό ’νά ριξε στὸ τρίστρατο, νὰ πάψουν οἱ διαβάτες,

τ’ ἄλλό ριξε στὸν ποταμό, νὰ πάψουν τὰ ποτάμια,

τὸ τρίτο ρίξ’ στὴ λυγερή, ναρθῆ γυρεύοντάς σε!..

Τό ’νά ’ριξε στὸ τρίστρατο, καὶ πάψαν οἱ διαβάτες,

τ’ ἄλλό ’ριξε στὸν ποταμό, καὶ πάψαν τὰ ποτάμια,

τὸ τρίτο, τὸ φαρμακερό, στῆς λυγερῆς τ’ς ἀγκάλες!..

“Ως τό ’δ’ ἡ κόρ’ ἐσβήστηκεν - ὥς τό ’δε δαιμονίστη!..

Σὰν ἦρθαν τὰ μεσάνυχτα, τὴ σκότισαν τὰ μάγια...

— Μόρ’ βάγιες μου, μόρ’ ντάντες μου, μόρ’ σκλάβες τοῦ Κυροῦ μου,

ἀνάψτε πράσινα κηριά καὶ κόκκινες λαμπάδες,

τι ἐσήμαν’ ἡ Παντάνασσα, νὰ πά’ νὰ προσκυνήσω!..

— Κυρά, τἀρνίθια δέ λαλοῦν, καμπάνες δέ σημαίνουν,

κ’ ἡ ἐδική σου ἡ ἐκκλησιὰ νέ ψέλνει νέ σημαίνει!..

— Μπά, τοῦ Κυροῦ μου τὸ ψωμί στὰ μάτια νὰ σᾶς πιάκη!..

Κ’ ἔτσι ἀσηκώθη μοναχή κ’ ἐβῆκε στὸ σκοτάδι...

Μιὰ δοῦλα δέν τὴν ἄφηκε κι ἀπὸ κοντά της πάγει.

...Σὰν ἔφτακε, σὰ ζύγωσε στὴ μέσ’ ἀπὸ τὸ δρόμο,

ἐκεῖ τῆς ἦρθ’ ὀλίγ’ ὁ νοῦς κι ἀρχίνησε νὰ λέγη:

— ... Ποιός εἶδεν ἥλιο ἀποβραδίς κι ἀστρί τὸ μεσημέρι;

Ποιός εἶδε τὴ Λιογέννητη νὰ περπατῆ στοὺς δρόμους

ξεσκούφωτη, ξυπόλητη καὶ ξεμαλλοπλεμένη;..

— ’Εγώ εἶδα νἥλιο ἀποβραδίς κι ἀστρί τὸ μεσημέρι -

ἐγώ εἶδα τὴ Λιογέννητη νὰ περπατῆ στοὺς δρόμους,

ξεσκούφωτη, ξυπόλητη καὶ ξεμαλλοπλεμένη!

— ... Θε’ μου, κι ἄν εἶμαι καθαρή, κι ἄν εἶμ’ ἐγώ παρθένο,

ἄστραψε καὶ μπουμπούνιξε, νὰ χαλαστοῦν τὰ μάγια!

...῎Αστραψε καὶ μπουμπούνιξε - χαλάστηκαν τὰ μάγια...

‘Ο Κωσταντὴς ὀλονυχτίς καρτέρειγε στὸ σπίτι -

κι αὐτοῦ στὰ ξημερώματα τὸ μαῦρο του σελλώνει...

— ’Ανάθεμά σε, μάγισσα, ποὺ μάγια δέ γνωρίζεις!

— Σάν εἶν’ ἡ κόρη καθαρή, τὰ μάγια τί σοῦ φταῖνε;..

Σύρε ξουρίσου φράγκικα, καὶ ντύσου στὰ γυναίκεια,

γυναίκεια καὶ χαιρέτησε, κατὰ τὴν ὥρα πούναι,

καὶ πές: «Εἶμ’ ἡ ἀξαδέρφη σου, νἀπὸ τὸν ἄϊ-Δονᾶτο,

ὁποὺ πλουμί δὲν ἤξερα κ’ ἦρθα πλουμί νὰ μάθω!..»

Ξουρίστηκε στὰ φράγκικα καὶ ντύθηκε γυναίκεια,

καὶ χτύπησε στὴν ἀργυρή πόρτα τῆς μαυρομάτας.


— Ποιός χτύπησε στὴν ἀργυρή πόρτα τῆς μαυρομάτας;

— ’Εγώ εἶμ’, ἡ ἀξαδέρφη σου, ἀπὸ τὸν ἄϊ-Δονᾶτο,

ὁποὺ πλουμί δὲν ἤξερα κ’ ἦρθα πλουμί νὰ μάθω!

— Καλῶς ἦρθ’ ἡ ἀξαδέρφη μου, μὰ γὼ δέ σὲ γνωρίζω...

Καὶ ποῦθεν εἶν’ ὁ τόπος σου καὶ ποῦθεν ἡ γενιά μας;

— ’Αλάργ’ ὰν εἶν’ ὁ τόπος μου ’ν’ ἀπὸ κοντά ἡ γενιά μας,

κ’ ἐμεῖς ἐξεμακρύναμε καὶ χάθηκ’ ἡ γενιά μας,

κ’ ἐδῶ μὲ στέρν’ ἡ μάνα μου πλουμίδια νὰ μὲ μάθης,

πλουμίδια καὶ κεντίσματα κι ἀπ’ ὅ,τι θέλ’ ὁ νοῦς μου!

— Μεταχαρᾶς, ξαδέρφη μου, πλουμίδια νὰ σὲ μάθω,

πλουμίδια καὶ κεντίσματα κι ἀπ’ ὅ,τι θέλ’ ὁ νοῦς σου!..

Σὰν ἄρχισε καὶ νύχτωνε, πῆρε νὰ σκοτεινιάση,

ὁ Κωσταντὴς ἀσκώθηκε, τάχα πὼς θενα φύγη.

— ...Νἐνύχτωσε καὶ βράδιασε, πῆρε νὰ σκοτεινιάση,

πᾶν τὰ θηριὰ στὶς κοῖτες τους, τ’ ἀηδόνια στὶς φωλιές τους,

κ’ ἐγὼ τὸ ξένο κ’ ἔρημον ἀπόψε ποῦ νὰ μείνω;

— Μήν πλήσσης, ἀξαδέρφη μου, καὶ μένεις μὲ τὶς σκλάβες...

— ’Εγώ, τοῦ βασιλιῶς παιδί, τοῦ βασιλιῶς ἀγγόνι,

καὶ τώρα μὲ κατάντησες νὰ μείνω μὲ τὶς σκλάβες;..

— Μήν πλήσσης, ἀξαδέρφη μου, καὶ μένεις μὲ τὶς δοῦλες!..

— ’Εγώ, τοῦ βασιλιῶς παιδί, τοῦ βασιλιῶς ἀγγόνι,

καὶ τώρα μὲ κατάντησες νὰ μείνω μὲ τὶς δοῦλες;..

— Μήν πλήσσης, ἀξαδέρφη μου, καὶ μένεις μὲ τὶς ντάντες...

— ’Εγώ, τοῦ βασιλιῶς παιδί, τοῦ βασιλιῶς ἀγγόνι,

καὶ τώρα μὲ κατάντησες νὰ μείνω μὲ τὶς ντάντες;..

— Μήν πλήσσης, ἀξαδέρφη μου, καὶ μένεις μὲ τὶς βάγιες...

— ’Εγώ, τοῦ βασιλιῶς παιδί, τοῦ βασιλιῶς ἀγγόνι,

καὶ τώρα μὲ κατάντησες νὰ μείνω μὲ τὶς βάγιες;..

— Μήν πλήσσης, ἀξαδέρφη μου, καὶ μένουμε τὰ δυό μας!..

’Ανάψτε βάγιες τὰ κηριά, μουνοῦχοι τὶς λαμπάδες,

καὶ στρώσετε τὴν κλίνη μου, τὴ λινομέταξή μου!

Βάλετε στρῶμα νἀργυρό, στρῶμα μαλαματένιο,

βάλετε τὰ παπλώματα τά φάναν ἀνεράϊδες

καὶ τὰ φαδιοπλουμίσασι τοῦ Δράκονταν οἱ κόρες,

καὶ στρῶστε πάτους βασιλκό, καὶ πάτους μαντζουράνα,

καὶ πάτους δεντρολίβανο, νὰ κοιμηθοῦμ’ ἀντάμα!

...‘Ολονυχτίς κοιμούντανε σὰ δυό γλυκά ἀδερφάκια -

καὶ πρὸς τὰ ξημερώματα σὰν τ’ ἄγρια τὰ πουλάκια!..

. . . . . . .

...Σὰν ἔφεξε, ξημέρωσε, σὰν ἦρθεν ἡ ἄλλη νύχτα,

— Μάν’ ἄνοιξε τὶς πόρτες σου καὶ δέσε τὰ θηριά σου,

γιατὶ θενάρθ’ ἡ νύφη σου, θενάρθ’ ἡ μαυρομάτα!..

‘Ολίγος ὕπνος μ’ ἔπιακε καὶ πάω γιὰ νὰ πλαγιάσω,

κι ὄντας θενάρθ’ ἡ νύφη σου, ναρθῆς νὰ μὲ ξυπνήσης...

— Σῦρε παιδί μου πλάγιασε κ’ ἐγώ θὰ καρτερέσω,

κι ὄντας θενάρθ’ ἡ νύφη μου θαρθῶ νὰ σὲ ξυπνήσω...


Καὶ κείν’ ἡ σκύλα, ἡ ἄνομη, δέν ἔκαμ’ ὅπως εἶπε,

μον’ ἔκλεισε τὴν πόρτα της κ’ ἔλυσε τὰ θηριά της,

κ’ ἔβαλε μπρὸς στὴ ροῦγα της γοῦρνα φαρμακωμένη!

...’Επλάγιασ’ ἡ Λιογέννητη στὴν ἀργυρή της κλίνη...

Σὰν ἦρθαν τὰ μεσάνυχτα, τὴ σκότισαν τὰ μάγια.

— Μόρ’ βάγιες μου, μόρ’ ντάντες μου, μόρ’ σκλάβες τοῦ Κυροῦ μου,

ἀνάψτε πράσινα κηριά καὶ κόκκινες λαμπάδες,

τι ἐσήμανε ἡ Παντάνασσα, νὰ πάω νὰ προσκυνήσω!

— ...Κυρά, τἀρνίθια δέ λαλοῦν, καμπάνες δέ σημαίνουν,

κ’ ἡ ἐδική σου ἡ ἐκκλησιὰ νέ ψέλνει νέ σημαίνει...

— Μπά, τοῦ Κυροῦ μου τὸ ψωμί στὰ μάτια νὰ σᾶς πιάκη!..

Κ’ ἔτσι ἀσηκώθη μοναχή κ’ ἐβῆκε στὸ σκοτάδι...

Μιὰ δοῦλα δέν τὴν ἄφηκε κι ἀπὸ κοντά της πάγει.

...Σὰν ἔφτακε, σὰ ζύγωσε στὴ μέσ’ ἀπὸ τὸ δρόμο,

ἐκεῖ τῆς ἦρθ’ ὀλίγ’ ὁ νοῦς κι ἀρχίνησε νὰ λέγη:

— ... Ποιός εἶδεν ἥλιο ἀποβραδίς κι ἀστρί τὸ μεσημέρι;

Ποιός εἶδε τὴ Λιογέννητη νὰ περπατῆ στοὺς δρόμους

ξεσκούφωτη, ξυπόλητη καὶ ξεμαλλοπλεμένη;..

— ’Εγώ εἶδα νἥλιο ἀποβραδίς κι ἀστρί τὸ μεσημέρι,

ἐγώ εἶδα τὴ Λιογέννητη νὰ περπατῆ στοὺς δρόμους

ξεσκούφωτη, ξυπόλητη καὶ ξεμαλλοπλεμένη!

— ... Θε’ μου, κι ἄν εἶμαι καθαρή, κι ἄν εἶμ’ ἐγώ παρθένο,

ἄστραψε καὶ μπουμπούνιξε, νὰ χαλαστοῦν τὰ μάγια!

...Δέν ἄστραψε, δέ βρόντηξε, δέ λύθηκαν τὰ μάγια...

Κι ἀρχίνησε καὶ χτύπαγε τοῦ Κωσταντῆ τὴν πόρτα:

— ῎Ανοιξε, μάγισσας παιδί καὶ μάγισσας ἀγγόνι,

με βούρλισαν τὰ μάγια σου κ’ ἦρθα κατὰ τ’ ἐσένα!

— Ροκάνισε τὸ σίδερο, σὰ σκύλα τὴ μαγγούρα,

καὶ πιέ νερό τῆς γούρνας μου κ’ ὕστερα νὰ σ’ ἀνοίξω!

— ῎Ανοιξε, μάγισσας παιδί καὶ μάγισσας ἀγγόνι,

με βούρλισαν τὰ μάγια σου κ’ ἦρθα κατὰ τ’ ἐσένα!

— Ροκάνισε τὸ σίδερο, σὰ σκύλα τὴ μαγγούρα,

καὶ πιέ νερό τῆς γούρνας μου κ’ ὕστερα νὰ σ’ ἀνοίξω!

— ῎Ανοιξε, μάγισσας παιδί καὶ μάγισσας ἀγγόνι·

με βούρλισαν τὰ μάγια σου κ’ ἦρθα κατὰ τ’ ἐσένα!

— Ροκάνισε τὸ σίδερο, σὰ σκύλα τὴ μαγγούρα,

καὶ πιέ νερό τῆς γούρνας μου κ’ ὕστερα νὰ σ’ ἀνοίξω!

...Ροκάνισε τὸ σίδερο, σὰ σκύλα τὴ μαγγούρα,

κ’ ἔπιε τῆς γούρνας τὸ νερό - κ’ ἔσκασε σὰν τὸ ψάρι!..

. . . . . .

... Κι αὐτοῦ στὰ ξημερώματα ὁ Κωσταντὴς ξυπνάει:

— Μάνα, δέν ἦρθ’ ἡ νύφη σου, δέν ἦρθ’ ἡ μαυρομάτα;..

— Γιέ μου, δέν ἦρθ’ ἡ νύφη μου, δέν ἦρθ’ ἡ μαυρομάτα...


Σὰν ἐκατέβη ὁ Κωσταντής, σὰν ἄνοιξε τὴν πόρτα,

σὰν εἶδε τὴ Λιογέννητη στὸ δρόμο ξαπλωμένη,

ψιλή φωνίτσαν ἔβγαλε, ψιλή φωνίτσα βγάζει:

...Σὰν ἤθελες, μανοῦλα μου, νάχης καὶ γιό καὶ νύφη,

ὄντας σοῦ πρωτοχτύπησεν ἄς εἶχες της ἀνοίξει!

...Χρυσό μαχαίριν ἔβγαλεν ἀπ’ ἀργυρό φηκάρι -

στὸν οὐρανό τὸ πέταξε, μές στὴν καρδιά του πάει!

Δεν υπάρχουν σχόλια: