Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2010

Λευκή Γραμμή

Μια λευκή γραμμή
αυτό ζήταγες
κι εγώ μόνο αυτό σού δωσα
μια λευκή γραμμή
γιατί οι μαύρες χάνονται
στο σκοτάδι του παρελθόντος
και μαζί τους χάνεται κι η αφετηρία.

Μια αφετηρία ήθελα να είμαι
κι έγινα μια λευκή γραμμή
δεν πειράζει, μου αρκεί
έστω και νοερά
κρατώ πίσω μου όλο το παρελθόν (σου).

Μα σ' αγαπώ και σε χάνω
και πάλι χαίρομαι
που σε βλέπω καλύτερα.
Μόνο να σε βλέπω καλύτερα
για να μην απελπίζομαι
για να μην πάει στράφι η γραμμή.
Αυτή η λευκή γραμμή
που τώρα έγινε θηλιά
και σε πνίγει
αν την χαλαρώσεις
θα γίνει μια όμορφη γραβάτα,
που θα πηγαίνει με τα μάτια σου...

ΜΑΧΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΛΗΓΩΜΕΝΑ,
ΔΙΚΟΣ σΟΥ


Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2010

Ένα Ανούσιο Γράμμα

Ομορφιά μου,
σε σκέφτομαι πολύ,σε θέλω ακόμη περισσότερο κι αν αυτά ειναι κάπως αόριστα
θέλω να ξέρεις ότι παρά την χάλια ψυχολογία μου
ένιωσα μαζί σου πολύ μα πολύ δυνατός.
Το γεγονός ότι σου μιλώ λίγο απρόσωπα αυτές τις μέρες δεν έχεις να κάνει με εμάς
απλά ζορίζομαι πολύ και κάποιες φορές νιώθω οτι δεν έχω λύση.
Έχω αναλάβει πολλές ευθύνες κι αν και τις φέρνω σε πέρας αρκετά καλά
δεν προλαβαίνω να δω τον εαυτό μου.
Μαζί σου τον είδα και μου άρεσε,
μου βγάζεις την δημιουργικότητα και την αυτοπεποίθηση
που συχνά κρύβονται κάτω από τις σκόνες τις καθημερινότητας
(και στην περίπτωση μου ειναι πολλές).
Είσαι ένα ειλικρινές πλάσμα που με γεμίζει εγκεφαλικά,
με τονώνει ψυχολογικά και με διεγείρει σεξουαλικά.
Είσαι ότι ζητώ από μια γυναίκα και αυτό είναι τελεσίδικο.
Μην νομίζεις ότι δεν θέλω να σου ανοιχτώ
απλά είναι τόσα αυτά που έχω να σου πω
κι ο χρόνος που είχαμε μαζί δεν τα χωρούσε.
Εκείνο το τελευταίο πρωί που ζήσαμε μαζί ίσως με επηρέασε.
Θυμάμαι μου είπες
"δεν σε έχω κάπου μέσα μου, δεν υπάρχεις απλά με κάνεις να νιώθω καλά".
Ήταν τόσο αληθινό αυτό που έβαλε ξανά στην πραγματικότητα,
που είχα ξεχάσει όσο είμαστε μαζί.
Ξέρεις αγάπη μου
η ζωή είναι ένας συνεχής πόλεμος με πολλές μάχες κερδισμένες
και πολλές να διεξάγωνται ακόμη και τώρα που μιλάμε.
Έτσι κι εγώ όσο ζω θα μάχομαι αλλά πάντα θα μάχομαι πληγωμένος.
Αυτή την πτυχή του εαυτού μου,
για την οποία είμαι πραγματικά περήφανος την κρατώ κρυφή
εσύ όμως την διέκρινες νωρίς, την ψιλάφησες και κατάλαβες την δομή της.
Πιστεύω ότι αυτο σου αρέσει πραγματικα σε μένα
και να ξέρεις ότι κι εμένα με έκανε να σε ερωτευτώ γρηγορότερα
το γεγονός ότι με κατάλαβες τόσο βαθιά.
Ίσως να είμαστε μακρυά,
ίσως να σε δω μετά απο πολύ καιρό,
ίσως να ξεχάσουμε ο ένας τον άλλο,
ίσως όμως να τα φέρει έτσι η ζωή έτσι(μαζί πάντα με την βοήθειά μας)
που θα κάνουμε κάποια στιγμή την υπέρβαση
για να μαστε και πάλι μαζί(μη με ρωτάς δεν ξέρω ποια είναι).

Προς το παρόν άκου:

" αν είσαι μια φωτιά που σβήνει
και τώρα έπιασε βροχή
πες στο 'νειρό μου που σ' αφήνει
κάπου να πάει να κρυφτεί

κι όταν το όνειρο σ' αδειάσει
και σ' έχει σβήσει η βροχή
μίλα μου ώσπου να βραδυάσει
για να σβηστώ κι εγώ μαζί"


Δευτέρα 23 Αυγούστου 2010

Τρεις Μήνες Χώρια

Γύρισα σπίτι, είχα κουραστεί πολύ από τη δουλειά και ήθελα να μόνο να κοιμηθώ. Δεν είχα κουράγιο ούτε να φάω. Μπήκα στο μπάνιο γδύθηκα, έκανα ντουζ και έπεσα στο κρεβάτι. Με ξύπνησε το κουδούνι που χτυπούσε επίμονα. Σηκώθηκα κι άνοιξα την εξώπορτα και άφησα την πόρτα του διαμερίσματος ανοιχτή. Ήμουν γυμνός και πήγα να ντυθώ. "Ήρθα" άκουσα μια γυναικεία φωνή. "Περίμενε ντύνομαι" λέω, έβαλα ένα μποξεράκι και πήγα στο σαλόνι.
"Δεν με περίμενες, ε;" λέει χαμογελαστά.
"Όχι, τι θέλεις;" της λέω.
"Ήρθα να σου πω τα νέα μου, έχω ευχάριστα."
"Για λέγε" της λέω και κάθομαι δίπλα της.
Άναψε ένα τσιγάρο, μου τό δωσε κι άναψε ένα και για κείνη. Θυμόταν ότι αυτό μου άρεσε πολύ. Κάναμε μια μεγάλη τζούρα σχεδόν ταυτόχρονα. Ο καπνός σχημάτιζε ένα επίπεδο κάτω από τη λάμπα, είχε ήδη βραδυάσει. Σταύρωσε τα πόδια της, φόραγε μια μαύρη φούστα, είχε τέλεια μπούτια.
"Έπιασα δουλειά" μου είπε φωναχτά λες κι ήμουν κουφός.
"Βασικά έπιασα δυο δουλειές"
Τέλεια, σκέφτηκα, χρησιμοποιεί ακόμη τα δυο μεγάλα χαρίσματά της που είναι η πουτανιά και η ομορφιά της.
"Δουλεύω το πρωΐ σε ένα φούρνο και το απόγευμα σ' ένα ιατρείο γραμματέας. Βγάζω σχεδόν χίλια πεντακόσια ευρώ το μήνα". Ρούφηξε μια δεύτερη τζούρα.
"Τέλεια, πιστεύω ότι έκανες αυτό που πάντα ήθελες, συνδύασες τα ασυνδύαστα" της λέω, ρούφηξα μια γερή και πήγα στο ψυγείο, έβγαλα δυο μπύρες, τις άνοιξα και της έδωσα τη μια. "Ευχαριστώ" μου είπε και εγώ κάθισα αναπαυτικά στην πολυθρόνα μου.
"Τέλεια θερμοκρασία, έτσι όπως ακριβώς μ' αρέσει",
κάτι τέτοια έλεγε και νόμιζα πως είχε αρχίδια και κοιλιά αλλά τα κάλυπτε με το τεράστιο στήθος, τον τέλειο κώλο και τα βαθυπράσινα μάτια της.
"Έχω βρει τον Άλεξ και περνάμε πολύ καλά, ταιριάζουμε στο σεξ, φαίνεται να με γουστάρει πολύ και με προσέχει".
"Ωραία" της λέω,"σου άξιζε ένας τέτοιος άντρας, πάντα το πίστευα ακόμη και τότε που λεγες ότι ήσουν καψούρα μαζί μου και δεν είχες μάτια γι' άλλον".
"Εντάξει αυτά ίσχυαν τότε" είπε, "στο μεταξύ με τρέλανες εσύ και οι κυκλοθυμίες σου, άσε που στο τέλος δεν μου κανες και καλό κρεβάτι".
"Ποτέ δε σου κανα καλό κρεβάτι" της λέω, "εσύ απλά ήσουν τόσο ερωτευμένη μαζί μου στην αρχή που τελείωνες συνέχεια".
"Ίσως έχεις δίκιο, δεν το χα σκεφτεί έτσι ποτέ" μου λέει και πίνει ακόμη μια μεγάλη γουλιά από το μπουκάλι. Είχε τέλεια χείλη και ειδικά όταν περικύκλωναν τόσο ασφυκτικά το στόμιο του μπουκαλιού.
" Α ξέχασα" της είπα, "σου άρεσε το σεξ που σου κανα και τότε που σου λεγα της φαντασιώσεις μου για σένα και την κολλητή σου, ολοκλήρωνες τρελά. Αλλά τέλοσπάντων, γιατί ήρθες εδώ Σαββατιάτικα;"
"Μίλτο, είμαι έγκυος και θα το κρατήσω" μου λέει κοφτά.
Έμεινα μαλάκας, είχαμε χωρίσει εδώ και τρεις μήνες και θυμάμαι ότι στα τελευταία το κάναμε πάντα χωρίς προφυλάξη.
Έκανα κι εγώ την αναμενόμενη ερώτηση.
"Δικό μου είναι το παιδί;"
"Ναι" μου απάντησε, "ήρθα να στο πω για να το ξέρεις αλλά δεν υπάρχει πρόβλημα, ο Άλεξ νομίζει ότι είναι δικό του. Δυο εβδομάδες αφού με χώρισες είχα πάει με τον Άλεξ και τελείωσε μέσα μου, βέβαια εγώ είχα καθυστέρηση ήδη δέκα μέρες. Νομίζει ότι είναι δικό του".
Τρελάθηκα, δεν πίστευα αυτά που άκουγα. Ήπια όλη μου τη μπύρα μονορούφι, άναψα τσιγάρο και κοίταζα το ταβάνι.
"Δε θα πεις τίποτα;" μου λέει, "έχεις γιο, χθες έκανα υπέρηχο και μου το είπε ο γιατρός".
"Έχω γιο ε; Δηλαδή έρχεσαι Σαββατιάτικα και μου λες ότι κράτησες το παιδί χωρίς καν να με ρωτήσεις ή απλά να το αναφέρεις,
το φόρτωσες σε έναν κακόμοιρο που απλά σε πηδά
και έρχεσαι και μου τα λες τρεις μήνες μετά;
Γιατί; Τί να κάνω; Τί να πω; Πώς θες να το πάρω;
Πραγματικά θέλω να σου σπάσω τα μούτρα τώρα αλλά δεν μπορώ να το κάνω".
" Είσαι ηλίθιος και μαλάκας" μου είπε,
"εγώ ήρθα να σου αναγγείλω το πιο ευχάριστο πράγμα στο κόσμο, ΈΧΕΙΣ ΓΙΟ,
και εσύ με βρίζεις;
Επίσης σου λέω βρήκα δουλειά για να ταϊζω το μπασταρδό σου
και ακόμη ότι του βρήκα πατέρα για να μη μεγαλώσει το παιδί μόνο του.
Κι εσύ με βρίζεις; Τί έχεις πάθει;"
Ήμουνα στα πρόθυρα νευρικής κρίσης
για μια στιγμή νόμιζα ότι ονειρεύομαι,
"Θα μετρήσω ως το τρία, δεν γίνεται θα ξυπνήσω" είπα.
Έτσι κι έγινε, ξύπνησα.
Η Ηρώ ήταν ξαπλωμένη δίπλα μου, είχα ιδρώσει κι η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Ανακάθισα στο κρεβάτι και σκούπισα τον ιδρώτα από τα μάτια μου.
Η Ηρώ σάλεψε δίπλα μου και μου χάιδεψε την πλάτη
ψελίζοντας νυσταγμένα "Είσαι καλά μωρό μου;".
"Καλά είμαι, ένα όνειρο ήτανε" είπα.
Γύρισα την κοίταξα, ήτανε γυμνή και γυάλιζε το δέρμα της από τον ιδρώτα, ήτανε καύλα.
Ξάπλωσα, άρχισε να με χαϊδεύει, ανέβηκε πάνω μου και μπήκα ολόκληρος μέσα της.
Ήτανε τέλεια, υγρή και σφιχτή. Ανεβοκατέβαινε σιγά στην αρχή και έπειτα πιο γρήγορα.
Ήμουν έτοιμος να τελειώσω.
"Χύνω" φωνάζω και πάω να βγω σηκώνοντάς της από πάνω μου μα αυτή κάθεται με δύναμη μια τελευταία φορά πάνω μου και τελείωσα μέσα της. Τελείωνα με σπασμούς.
Συνέχισε να κουνιέται πάνω-κάτω γρήγορα και σε λίγο είχε ολοκληρώσει κι αυτή.
Μετά ξάπλωσε πάνω μου, έτρεμε πολύ από τον οργασμό.
"Μωρό μου, ήτανε υπέροχα και μου άρεσε η έκφραση στο πρόσωπό σου όταν τελείωνες μέσα μου" μου είπε με κοφτή ανάσα.
"Μωρό μου ήταν τέλεια" της είπα.
"Αλήθεια μωρό μου πότε είναι η μέρες σου;" ρώτησα χαλαρά.
Δεν απάντησε, δεν κουνήθηκε και μετά από μια βαθυά ανάσα είπε
" Είμαι ήδη στις μέρες μου μωρό μου, λες να γίνει τίποτα;"
Δε μίλησα.
"Πάντως αγάπη μου ότι κι αν γίνει δε θα το κρατήσω, μη στεναχωριέσαι" μου απάντησε γλυκά.
Σηκώθηκα από το κρεβάτι και πήρα τα τσιγάρα μου από το σαλόνι.
Γύρισα στο κρεβάτι, κάθισα δίπλα της και άναψα ένα.
"Μωρό μου, μη φρικάρεις θα πάρω το χάπι" είπε με αγωνία,
"θα το πάρω από το φαρμακείο έξω από το σπίτι, εντάξει;".
Κάπνισα μια μεγάλη τζούρα και μετά την κοίταξα στα μάτια και της είπα
"Θες στα αλήθεια να το πάρεις το χάπι;".
"Αν είναι να ηρεμήσουμε και οι δυο, ναι μωρό μου θέλω" είπε.
Συνέχιζα να την κοιτώ στα μάτια και της λέω "Μικρό μου δεν θέλω να το πάρεις, δεν θέλω να κάνεις τίποτα". Άρχισα να κλαίω και της είπα
" Θέλω να το κρατήσεις μωρό μου; Εντάξει;".
"Μωρό μου με κάνεις χαρούμενη, με κάνεις τη πιο ευτυχισμένη γυναίκα στον κόσμο"
είπε μες στα κλάματα.
Αγκαλιαστήκαμε και κλαίγαμε μαζί.
Αγαπιόμαστε.
Μα εγώ όπως πάντα την ευτυχία την γεύομαι με πικρά χείλη.
Την προηγούμενη μέρα είχα μάθει ότι έχω καρκίνο.
Έχω τρεις μήνες ζωής.

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

Ο Θεατής των Υπάρξεων

Παραδομένος στα άχρωμα πελάγη της ύπαρξης.
Αφήνομαι στο ένστικτό μου σε τακτά χρονικά διαστήματα
και με σμιλεύει
σαν να 'ξερε από πάντα το τί και το πώς.
Κάθομαι σε αυτή την περίεργη θέση
που ταιριάζει στον θεατή των υπάρξεων
που δεν έζησαν
κι ανακαλώ τις μνήμες μου χωρίς ειρμό, χωρίς οίκτο.
Νευριάζω δίχως λόγο
μόνο μ' αφορμές αληθινές, που 'ναι γιομάτος ο κόσμος
και κλαίω
από τις τύψεις που μου κληρονόμησαν οι πρόγονοί μου.
Ακούω την φωνή σαν τον πιο δυσνόητο ήχο
που μπλοκάρει της ζωής τον υπέρηχο.
Λυτρώνομαι
σαν γεύομαι τον ιδρώτα σου στα χείλη μου
και σαν ψηλαφώ την μαγεία
που περιβάλλει το στήθος σου.
Αφήνομαι σ' όλα τα ξόρκια της ζωής
και προσκυνώ όλες τις δεισιδαιμονίες
για το φόβο του θανάτου,
μιας κι εκ γεννετής είμαι πεινασμένος για αθανασία.
Δεξιά κι αριστερά οι σελίδες πάντα έτσι,
πάνω και κάτω πάντα έτσι οι ελπίδες,
τι κι αν ζω πάντα στο μεταίχμιο
μόνο για λίγο βρίσκομαι καταμεσής των πραγμάτων.
Στην άκρυα βολεύονται οι τυφλοί.

Κυριακή 1 Αυγούστου 2010

Σιωπή Παντού

Σιωπή παντού.
Μόνο ένα κρεβάτι γεμάτο από έρωτα,
γεμάτο από σένα κι από μένα.
Σαν να 'μαστε ένα ποίημα
που ξεκουράζεται
στην αγκαλιά της σιωπής.
Της σιωπής που μας θέλγει τρελά
μας ενώνει τρελά
και γίνεται
έρωτας, τραγούδι κι αγάπη.
Τα λόγια απλά περάσματα
σε θάλασσες και ποτάμια σιωπής.
Σαν δυο κορμιά που ερωτεύονται περισσότερο
την πιο ηχηρή στιγμή
από ένα σιωπηρό βλέμμα.

Η Πεθαμένη Άνοιξη κάνει Διακοπές

Ι

Αγνάντευες τον άσχημο καιρό μου
και πουλούσες.
Με έκλεινες μες στον εαυτό μου
μου μιλούσες.
Δίχως αφορμή μου γέλαγες
στα μάτια με κοιτούσες.

ΙΙ

Το φορτίο αράζει
κάπου εδώ στα ξένα.
Τα μαλλιά ριγμένα
στους ώμους με χαλάζι.

ΙΙΙ

Ύστερα σε βρήκα πεθαμένη
κι ήμουνα κι εγώ μες την τσατίλα.
Θόλωσαν της μοίρας μας τα μήλα
είμαστε μαζί δυο κουρασμένοι.

Βρώμικη η αλήθεια με χαϊδεύει
είναι σαν το ψέμα τόσο ωραία.
Μοιάζει η ζωή μου η λαθραία
θεία τύχη να την ψαχουλεύει.

Κάθισες κι εσύ χωρίς μιλιά
μόνη να σκουπίζεις το κατάρτι.
Τι κι αν η ζωή σου βγήκε σκάρτη
φόραγες στο μάγουλο ελιά.

Πόση απ' την αφέντρα ομορφιά
ξόδεψε ο θεός για να σε φτιάξει;
Ντύνοντας το νου σου με μετάξι
για να μη τη σβήνει η φωτιά.

Κόλλησαν τα λόγια μας με κόλλα
χρόνια τώρα που 'χαμε χαθεί.
Είχε το μυαλό μας μαραθεί
από της αγάπης μας τη φόλλα.

Κάνει τόσο κρύο εδώ μέσα
και παπούτσια πια δεν περπατώ.
Μόνο την γωνιά σου σαν κοιτώ
λιώνει η ψυχή μου η μπαμπέσα.

Δυο φορές σ' αγάπησα θαρρώ
δυο κι ας σου φανήκανε πολλές.
Είχες βλέπεις πάντα τόσο στρες
που το 'κονομούσες απορώ.

Φρόντισα να ρθεις ψυχή μεγάλη
δίπλα σε καιρούς χρωματιστούς.
Μα είχες μια συνήθεια ν' ακούς
μόνο αυτά που σου 'λεγαν οι άλλοι.

Τοίχος πέτρινο μέσα στ' αγκάθια
λόγια σου 'λεγα να κοιμηθείς.
Κι είχες μαστουρώσει ως τις τρεις
σ' ένα όνειρο από κατακάθια.

Έτσι σου αρέσει να περνάς
όλο σου το καλοκαίρι.
Άνοιξη εσύ τρελό ασκέρι
που χεις μάθει μόνο να πονάς.

υ.γ.

κι αν δεν είδες τι έγινε
δεν πειράζει
κοντά είναι οι βροχές και ο βοριάς
μάλλον θα 'σαι σαν κι εμάς
που το καλοκαίρι τους πειράζει...

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

Ο Αστρολάβος του Δυόσμου και της Μέντας

Μαυρίζω της αχνής φωτιάς
το άγγιγμα,προσμένω την
μυρωδιά του χώματος στην
αγκαλιά της βροχής και
προσπερνώ το διάλογο με
μια φωνή, φιλήδονη, αρχαία που
γεννά εσένα κι εμένα κι
από λίγο σέρνει πίσω της
και την καταστροφή μας,
σαν έρθει όμως η αυγή
θ' ανατείλει ξαφνικά
μια πέτρα ζωσμένη από
θάλασσα χρυσοκίτρινη,
φευγαλέα ήρεμη μα πλατυά,
παλλόμενη στις νότες μας.
Εμάς, των ανθρώπων που
την κάναμε ιδέα, όνειρο και προορισμό.
Κι ας λένε όλοι για τα δέντρα και τα ζώα,
τα νερά και τους παράδεισους της φύσης.
Πόσο εξέλιξη χωρά στη ιδέα, το όνειρο
και το ταξίδι;
Αν δεν εξαντλείται στο Ιώτα, το Όμικρον και το Ταφ;
Έτσι που φοβάμαι να γράψω γράμματα
μονάχα τους, παρά μόνο σε λέξεις
τα στοιχώ μη τύχει και με τιμωρίσουνε
οι φράσεις και τα νοήματα,
αυτά τα αχόρταγα νοήματα που παραμένουν ίδια
για να μας αναγκάζουνε να τα υπηρετούμε
σε νέες θάλασσες λέξεων για μια ζωή.
Τι κι αν η ζωή είναι μικρή και ζέχνει θάνατο;
Δε φτιαχτήκαμε για να τον μυρίζουμε,
άλλωστε ο βασιλικός μας σέρνει από τη μύτη στην αθανασία,
τόσο πολύ,
που αγνοούμε όλοκληρο θάνατο πίσω από ένα Άλφα,
στρόγγυλο με χρυσά μαλλιά και σταρένιο δέρμα
σε σχήμα κλεψύδρας ολοκάμπυλης.
Πώς να σκαλώσει η ζωή σε τέτοιες καμπύλες;
Μυστήριο ανελέητο για άντρες,
απίστευτη αλήθεια για τα κορίτσια, γιατί
δεν υπάρχουνε γυναίκες παρά μόνο
κορίτσια και μάνες,
αφού μόνο σ' αυτά αξίζει το κλειδί της ζωής.
Κι εγώ κι εσύ ανοίγουμε το δίκτυο του θάματος
μιας και μας έφερε στην ίδια πόρτα ο άνεμος
με λέξεις ξελογιάστρες.
Πού 'ναι αλήθεια τ' άπειρα χέρια;
Πού 'ναι τ' αρώματα, τα στεγνά; αυτά που λιώνουν απ' τη βροχή της νιότης;
Πού είναι όλα σου τα μυστικά; αυτά που είδα πριν τα κρύψεις κάτω απ' τον έρωτά μας;
Όχι γιατί θα απαντήσεις
αλλά για τις καμπύλες του ερωτηματικού
εγκατέλειψα την κατάφαση,
άσε που η άρνηση δεν ανήκει πλέον στο λόγο της ζωής,
αφού τα Ναι κυλάνε σε ποτάμια, θάλασσες κι αίμα,
που να κυνηγάς τα Όχι που 'ναι παντού.
Γιατί όπως φωνάζει ο Ποιητής
απ' το τίποτε είναι πιο κοντά οπουδήποτε.
Λες και χρειάζεται να μείνεις
μια για πάντα Παντού,
το εδώ δε σου φτάνει,
είναι μεγάλο και κατανοητό
για να τονώσει επαρκώς τον εγωισμό σου.
Παντού, μια λέξη μονάχα Εγώ,
δεκατρία μαζί με το δικό σου
κι ας είναι γρουσουζιά,
σου αξίζει.
Εσένα που δε σε όρισα
σε χρήζω Εαυτό μου κι άνθρωπο δικό μου θα σε λέω,
αρκεί να μη σκαλώνεις στις καμπύλες.

Σάββατο 5 Ιουνίου 2010

Είσαι Θυσία

Είσαι θυσία
κι έγινες στάχτη
στο βωμό της ζωής,
που ξεπηδά από τη σάρκα σου.

Αιώνια αιχμάλωτη
στο βλέμμα
που για πρώτη φορά είδε τη σωτηρία του.

Προορισμένη
στη βαθιά των ανθρώπων αντοχή
να υπομένουν
τα πράματα και τους ανθρώπους.

Μοναδική ψυχή
που γέννησε σ' αυτή τη γη
τον παράδεισο και την κόλαση.

Άνθρωπος
που γεμάτος πάθη ζει
μα χωρίς αυτά πορεύεται και πεθαίνει.

Είσαι θυσία
κι είσαι Μάνα, μητέρα των ανθρώπων.

Τρίτη 13 Απριλίου 2010

The genious of the crowd

Υπάρχει αρκετή προδοσία, μίσος
βία
Παραλογισμός στον μέσο άνθρωπο
Για να τροφοδοτήσει οποιονδήποτε στρατό μια
Οποιαδήποτε μέρα.
ΚΑΙ Οι Καλύτεροι Στο Φόνο Είναι Αυτοί
Που Κηρύσσουν Το Αντίθετο.
ΚΑΙ Οι Καλύτεροι Στο Μίσος Είναι Αυτοί
Που Κηρύσσουν Την Αγάπη.
ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ
ΕΙΝΑΙ - ΤΕΛΙΚΑ - ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ
ΚΗΡΥΣΣΟΥΝ ΤΗΝ
ΕΙΡΗΝΗ
Αυτοί Που Κηρύσσουν Τον Θεό
Χρειάζονται Τον Θεό
Αυτοί Που Κηρύσσουν Την Ειρήνη
Δεν Έχουν Ειρήνη.
ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΚΗΡΥΣΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ
ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΑΓΑΠΗ
ΦΥΛΑΞΟΥ ΑΠΟ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΚΗΡΥΣΣΟΥΝ
Φυλάξου Από Αυτούς Που Ξέρουν.
Φυλάξου
Από Αυτούς
Που Συνεχώς
ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ
ΒΙΒΛΙΑ
Φυλάξου Από Αυτούς Που Είτε Απεχθάνονται
Την Φτώχεια ή Που Είναι Περήφανοι Γι΄Αυτήν
ΦΥΛΑΞΟΥ Από Αυτούς Που Βιάζονται Να Επαινέσουν
Γιατί Χρειάζονται Επαίνους Για Ανταμοιβή
ΦΥΛΑΞΟΥ Από Αυτούς Που Βιάζονται Να Επικρίνουν
Φοβούνται Αυτό Που Δεν
Ξέρουν
Φυλάξου Από Αυτούς Που Αναζητούν Συνεχώς
Το Πλήθος. Δεν Είναι Τίποτα
Μόνοι Τους
Φυλάξου
Από Τον Μέσο Άνδρα
Την Μέση Γυναίκα
ΦΥΛΑΞΟΥ Απ’ Την Αγάπη Τους
Η Αγάπη Τους Είναι Μέτρια, Ψάχνει Να Βρει
Το Μέτριο
Αλλά Υπάρχει Ιδιοφυία Στο Μίσος Τους
Υπάρχει Αρκετή Ιδιοφυία Στο
Μίσος Τους Για Να Σε Σκοτώσει, Να Σκοτώσει
Οποιονδήποτε.
Καθώς Δεν Θέλουν Τη Μοναξιά
Καθώς Δεν Καταλαβαίνουν Τη Μοναξιά
Θα Προσπαθήσουν Να Καταστρέψουν
Οτιδήποτε
Διαφέρει
Από Την Δική τους
Καθώς Δεν Μπορούν
Να Δημιουργήσουν Τέχνη
Δεν Θα
Καταλάβουν Την Τέχνη
Θα Θεωρήσουν Την Αποτυχία Τους
Ως Δημιουργοί
Μόνο Ως Αποτυχία
Του Υπόλοιπου Κόσμου
Καθώς Δεν Μπορούν Να Αγαπήσουν Ολοκληρωτικά
Θα Πιστέψουν Την Αγάπη Σου
Ως Ατελή
ΚΑΙ ΥΣΤΕΡΑ ΘΑ ΣΕ
ΜΙΣΗΣΟΥΝ
Και Το Μίσος Τους Θα Είναι Τέλειο
Σαν Λαμπερό Διαμάντι
Σαν Μαχαίρι
Σαν Βουνό
ΣΑΝ ΤΗΝ ΤΙΓΡΗ
ΣΑΝ το Κώνειο
Η Τελειότερή Τους
ΤΕΧΝΗ

από τη συλλογή The Roominghouse Madrigals, p.31

Charles Bukowski

Υ.Γ. Είμαι ένας από αυτούς,Μ.Τριανταφύλλου.

Δευτέρα 5 Απριλίου 2010

ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

Ι

Όλα τα σύννεφα στη γη εξομολογήθηκαν
Τη θέση τους ένας καημός δικός μου επήρε
Κι όταν μες στα μαλλιά μου μελαγχόλησε
Το αμετανόητο χέρι

Δέθηκα σ' έναν κόμπο λύπης.

II

Η ώρα ξεχάστηκε βραδιάζοντας
Δίχως θύμηση
Με το δέντρο της αμίλητο
Προς τη θάλασσα
Ξεχάστηκε βραδιάζοντας
Δίχως φτερούγισμα
Με την όψη της ακίνητη
Προς τη θάλασσα
Βραδιάζοντας
Δίχως έρωτα
Με το στόμα της ανένδοτο
Προς τη θάλασσα
Κι εγώ - μες στη Γαλήνη που σαγήνεψα.

III

Απόγευμα
Κι η αυτοκρατορική του απομόνωση
Κι η στοργή των ανέμων του
Κι η ριψοκίνδυνη αίγλη του
Τίποτε να μην έρχεται Τίποτε
Να μη φεύγει

Όλα τα μέτωπα γυμνά
Και για συναίσθημα ένα κρύσταλλο.

Οδυσσέας Ελύτης, Προσανατολισμοί.

Δευτέρα 29 Μαρτίου 2010

Τρεις Μήνες Χώρια

Γύρισα σπίτι, είχα κουραστεί πολύ από τη δουλειά και ήθελα να μόνο να κοιμηθώ. Δεν είχα κουράγιο ούτε να φάω. Μπήκα στο μπάνιο γδύθηκα, έκανα ντουζ και έπεσα στο κρεβάτι. Με ξύπνησε το κουδούνι που χτυπούσε επίμονα. Σηκώθηκα κι άνοιξα την εξώπορτα και άφησα την πόρτα του διαμερίσματος ανοιχτή. Ήμουν γυμνός και πήγα να ντυθώ. "Ήρθα" άκουσα μια γυναικεία φωνή. "Περίμενε ντύνομαι" λέω, έβαλα ένα μποξεράκι και πήγα στο σαλόνι.
"Δεν με περίμενες, ε;" λέει χαμογελαστά.
"Όχι, τι θέλεις;" της λέω.
"Ήρθα να σου πω τα νέα μου, έχω ευχάριστα."
"Για λέγε" της λέω και κάθομαι δίπλα της.
Άναψε ένα τσιγάρο, μου τό δωσε κι άναψε ένα και για κείνη. Θυμόταν ότι αυτό μου άρεσε πολύ. Κάναμε μια μεγάλη τζούρα σχεδόν ταυτόχρονα. Ο καπνός σχημάτιζε ένα επίπεδο κάτω από τη λάμπα, είχε ήδη βραδυάσει. Σταύρωσε τα πόδια της, φόραγε μια μαύρη φούστα, είχε τέλεια μπούτια.
"Έπιασα δουλειά" μου είπε φωναχτά λες κι ήμουν κουφός.
"Βασικά έπιασα δυο δουλειές"
Τέλεια, σκέφτηκα, χρησιμοποιεί ακόμη τα δυο μεγάλα χαρίσματά της που είναι η πουτανιά και η ομορφιά της.
"Δουλεύω το πρωΐ σε ένα φούρνο και το απόγευμα σ' ένα ιατρείο γραμματέας. Βγάζω σχεδόν χίλια πεντακόσια ευρώ το μήνα". Ρούφηξε μια δεύτερη τζούρα.
"Τέλεια, πιστεύω ότι έκανες αυτό που πάντα ήθελες, συνδύασες τα ασυνδύαστα" της λέω, ρούφηξα μια γερή και πήγα στο ψυγείο, έβγαλα δυο μπύρες, τις άνοιξα και της έδωσα τη μια. "Ευχαριστώ" μου είπε και εγώ κάθισα αναπαυτικά στην πολυθρόνα μου.
"Τέλεια θερμοκρασία, έτσι όπως ακριβώς μ' αρέσει",
κάτι τέτοια έλεγε και νόμιζα πως είχε αρχίδια και κοιλιά αλλά τα κάλυπτε με το τεράστιο στήθος, τον τέλειο κώλο και τα βαθυπράσινα μάτια της.
"Έχω βρει τον Άλεξ και περνάμε πολύ καλά, ταιριάζουμε στο σεξ, φαίνεται να με γουστάρει πολύ και με προσέχει".
"Ωραία" της λέω,"σου άξιζε ένας τέτοιος άντρας, πάντα το πίστευα ακόμη και τότε που λεγες ότι ήσουν καψούρα μαζί μου και δεν είχες μάτια γι' άλλον".
"Εντάξει αυτά ίσχυαν τότε" είπε, "στο μεταξύ με τρέλανες εσύ και οι κυκλοθυμίες σου, άσε που στο τέλος δεν μου κανες και καλό κρεβάτι".
"Ποτέ δε σου κανα καλό κρεβάτι" της λέω, "εσύ απλά ήσουν τόσο ερωτευμένη μαζί μου στην αρχή που τελείωνες συνέχεια".
"Ίσως έχεις δίκιο, δεν το χα σκεφτεί έτσι ποτέ" μου λέει και πίνει ακόμη μια μεγάλη γουλιά από το μπουκάλι. Είχε τέλεια χείλη και ειδικά όταν περικύκλωναν τόσο ασφυκτικά το στόμιο του μπουκαλιού.
" Α ξέχασα" της είπα, "σου άρεσε το σεξ που σου κανα και τότε που σου λεγα της φαντασιώσεις μου για σένα και την κολλητή σου, ολοκλήρωνες τρελά. Αλλά τέλοσπάντων, γιατί ήρθες εδώ Σαββατιάτικα;"
"Μίλτο, είμαι έγκυος και θα το κρατήσω" μου λέει κοφτά.
Έμεινα μαλάκας, είχαμε χωρίσει εδώ και τρεις μήνες και θυμάμαι ότι στα τελευταία το κάναμε πάντα χωρίς προφυλάξη.
Έκανα κι εγώ την αναμενόμενη ερώτηση.
"Δικό μου είναι το παιδί;"
"Ναι" μου απάντησε, "ήρθα να στο πω για να το ξέρεις αλλά δεν υπάρχει πρόβλημα, ο Άλεξ νομίζει ότι είναι δικό του. Δυο εβδομάδες αφού με χώρισες είχα πάει με τον Άλεξ και τελείωσε μέσα μου, βέβαια εγώ είχα καθυστέρηση ήδη δέκα μέρες. Νομίζει ότι είναι δικό του".
Τρελάθηκα, δεν πίστευα αυτά που άκουγα. Ήπια όλη μου τη μπύρα μονορούφι, άναψα τσιγάρο και κοίταζα το ταβάνι.
"Δε θα πεις τίποτα;" μου λέει, "έχεις γιο, χθες έκανα υπέρηχο και μου το είπε ο γιατρός".
"Έχω γιο ε; Δηλαδή έρχεσαι Σαββατιάτικα και μου λες ότι κράτησες το παιδί χωρίς καν να με ρωτήσεις ή απλά να το αναφέρεις,
το φόρτωσες σε έναν κακόμοιρο που απλά σε πηδά
και έρχεσαι και μου τα λες τρεις μήνες μετά;
Γιατί; Τί να κάνω; Τί να πω; Πώς θες να το πάρω;
Πραγματικά θέλω να σου σπάσω τα μούτρα τώρα αλλά δεν μπορώ να το κάνω".
" Είσαι ηλίθιος και μαλάκας" μου είπε,
"εγώ ήρθα να σου αναγγείλω το πιο ευχάριστο πράγμα στο κόσμο, ΈΧΕΙΣ ΓΙΟ,
και εσύ με βρίζεις;
Επίσης σου λέω βρήκα δουλειά για να ταϊζω το μπασταρδό σου
και ακόμη ότι του βρήκα πατέρα για να μη μεγαλώσει το παιδί μόνο του.
Κι εσύ με βρίζεις; Τί έχεις πάθει;"
Ήμουνα στα πρόθυρα νευρικής κρίσης
για μια στιγμή νόμιζα ότι ονειρεύομαι,
"Θα μετρήσω ως το τρία, δεν γίνεται θα ξυπνήσω" είπα.
Έτσι κι έγινε, ξύπνησα.
Η Ηρώ ήταν ξαπλωμένη δίπλα μου, είχα ιδρώσει κι η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Ανακάθισα στο κρεβάτι και σκούπισα τον ιδρώτα από τα μάτια μου.
Η Ηρώ σάλεψε δίπλα μου και μου χάιδεψε την πλάτη
ψελίζοντας νυσταγμένα "Είσαι καλά μωρό μου;".
"Καλά είμαι, ένα όνειρο ήτανε" είπα.
Γύρισα την κοίταξα, ήτανε γυμνή και γυάλιζε το δέρμα της από τον ιδρώτα, ήτανε καύλα.
Ξάπλωσα, άρχισε να με χαϊδεύει, ανέβηκε πάνω μου και μπήκα ολόκληρος μέσα της.
Ήτανε τέλεια, υγρή και σφιχτή. Ανεβοκατέβαινε σιγά στην αρχή και έπειτα πιο γρήγορα.
Ήμουν έτοιμος να τελειώσω.
"Χύνω" φωνάζω και πάω να βγω σηκώνοντάς της από πάνω μου μα αυτή κάθεται με δύναμη μια τελευταία φορά πάνω μου και τελείωσα μέσα της. Τελείωνα με σπασμούς.
Συνέχισε να κουνιέται πάνω-κάτω γρήγορα και σε λίγο είχε ολοκληρώσει κι αυτή.
Μετά ξάπλωσε πάνω μου, έτρεμε πολύ από τον οργασμό.
"Μωρό μου, ήτανε υπέροχα και μου άρεσε η έκφραση στο πρόσωπό σου όταν τελείωνες μέσα μου" μου είπε με κοφτή ανάσα.
"Μωρό μου ήταν τέλεια" της είπα.
"Αλήθεια μωρό μου πότε είναι η μέρες σου;" ρώτησα χαλαρά.
Δεν απάντησε, δεν κουνήθηκε και μετά από μια βαθυά ανάσα είπε
" Είμαι ήδη στις μέρες μου μωρό μου, λες να γίνει τίποτα;"
Δε μίλησα.
"Πάντως αγάπη μου ότι κι αν γίνει δε θα το κρατήσω, μη στεναχωριέσαι" μου απάντησε γλυκά.
Σηκώθηκα από το κρεβάτι και πήρα τα τσιγάρα μου από το σαλόνι.
Γύρισα στο κρεβάτι, κάθισα δίπλα της και άναψα ένα.
"Μωρό μου, μη φρικάρεις θα πάρω το χάπι" είπε με αγωνία,
"θα το πάρω από το φαρμακείο έξω από το σπίτι, εντάξει;".
Κάπνισα μια μεγάλη τζούρα και μετά την κοίταξα στα μάτια και της είπα
"Θες στα αλήθεια να το πάρεις το χάπι;".
"Αν είναι να ηρεμήσουμε και οι δυο, ναι μωρό μου θέλω" είπε.
Συνέχιζα να την κοιτώ στα μάτια και της λέω "Μικρό μου δεν θέλω να το πάρεις, δεν θέλω να κάνεις τίποτα". Άρχισα να κλαίω και της είπα
" Θέλω να το κρατήσεις μωρό μου; Εντάξει;".
"Μωρό μου με κάνεις χαρούμενη, με κάνεις τη πιο ευτυχισμένη γυναίκα στον κόσμο"
είπε μες στα κλάματα.
Αγκαλιαστήκαμε και κλαίγαμε μαζί.
Αγαπιόμαστε.
Μα εγώ όπως πάντα την ευτυχία την γεύομαι με πικρά χείλη.
Την προηγούμενη μέρα είχα μάθει ότι έχω καρκίνο.
Έχω τρεις μήνες ζωής.

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2009

Όνειρο και Τιμωρία

Αν δεν μπορέσω, θα ρθω
αν δεν ξεπέσω, θα βγω
Όπως τα όνειρα
Όπως τα όνειρα κι εγώ
ψάχνω να βρω
το χρόνο ασυνείδητο.

Είναι πολύ μικρός
είναι πολύ στυγνός
μα πάλι θα χωρέσω
πάλι ίσως αντέξω
Όπως τα όνειρα
Όπως τα όνειρα και τα παιδιά
είμαι εκεί έξω
χωρίς να σου το πω.

Βλέπω γυμνές εικόνες
πατώ σ' άδειους κανόνες
και μου φωνάζεις
κι όλο γκρινιάζεις
πως πάλι εγώ
πάλι εγώ
δεν έχω φάει το φαΐ μου.

Κρίμα που δε σου απαντώ
μα έχω μάθει ν' αντιδρώ
αλλάζοντας
χαλώντας
την κάθε λίγη προσοχή μου
γελώντας μ' αδιαφορία
για μένα, για σένα, για όλους.

Αυτό που δεν υπάρχει
τα όνειρα όχι η τιμωρία
τα όνειρα το λεν' και θά ρθει.

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009

Deja Vu

Ναι,
μου πες φεύγεις με τα φώτα.
Των ματιών σου το βαθος
εξαφανίζει κάθε μου εγνοια.
Μα φεύγεις, κι όλες μου οι έγνοιες χάνονται μαζί σου.
Εκτός απο μια, εσένα.

Ναι,
ξέρω πως υπάρχεις και στο σκοτάδι.
Γιατί το φως σου φαίνεται κι κει.
Χωρίς πολλά αρώματα αλλά με μια μόνο αίσθηση σ' αγγίζω.
Σε πιάνω, κατάλαβες;
Πιάνω τα χρώματά σου.

Είπαμε πολλά σε αυτές τις διακοπές.
Μέσα σε μια διακεκομμένη σχέση είπαμε κι εμείς πολλά.
Τι κι αν ολόκληρος νιώθω, ξέρω πως δε θα γίνω ποτέ.
Έτσι που γκρεμίζω τα κάστρα του μυαλού μου,
με τόση ταχύτητα,
δεν έχει μείνει τίποτα να υπερασπιστώ.
Παρά μόνο η τελευταία ανάμνηση,
να μαστε εμείς οι δυο μαζί.

Ναι,
ξέρω πως μήτε κι αυτή κατάφερα να σώσω.
Λες και το χα βάλει στόχο να τη χάσω.
Μα αυτά τα χρώματα που μύρισα
καθώς κοίταζα το άρωμα σου
δεν γίνεται να μην τα ξαναζώ.

Το τελευταίο deja vu της ζωής μου
θα σαι εσύ.
Ευτυχώς, γιατί θα δω όλα όσα θέλω πραγματικά
πριν γυρίσω στην νεκρή μου επιβίωση.
Καλά το βλέπεις,
πάλι επιβιώνω,
όπως με γνώρισες.

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2009

Έτσι 'ναι πάντα

Αγάπες που το μάρμαρο κοιτάν
και πίσω μόνο θέλουν να γυρίσουν.
Φιλίες σαν ένα γυαλάκι σπαν
και ψάχνουν λίγο χρόνο να κολλήσουν.

Έτσι 'ναι πάντα
οι ευθύνες έρχονται
κι οι σκέψεις γέρνουν.

Έτσι 'ναι πάντα
τα λόγια χάνονται
και πίκρες φέρνουν.

Μανάδες που τ' αγόρια τους ζητάν
κι ας ξέρουν πως δεν θα γυρίσουν πίσω.
Ψαράδες που στον ουρανό μιλάν
και λεν' "δυο δίχτυα είναι, θα τ' αφήσω".

Έτσι 'ναι πάντα
συνήθεις ύποπτοι
που όλοι ξέρουν.

Έτσι 'ναι πάντα
οι φάροι σβήνουνε
κι αργοπεθαίνουν.

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2009

Ξεράδια

Ξέρεις εσύ
πως μες στα αποτυπώματα
που υπάρχουν στο κορμί σου
ζούνε και τα δικά μου.

Ξέρεις εσύ
πως μες στις αναμνήσεις
που ζούνε στο μυαλό σου
υπάρχει κι η μορφή μου.

Ξέρεις εσύ
πως ότι κι αν είμαι
το γνώριζες πολύ πριν
πριν να με γνωρίσεις.

Εσύ ξέρεις
πως έμαθα πολλά
πριν με αφήσεις.

Ξέρω κι εγώ
πως όλα μου τα όνειρα
μικρά ή τόσο δα μεγάλα
τα έκανα μαζί σου.

Ξέρω κι εγώ
πως δεν στο έδειξα ποτέ
αυτό που έχω να δώσω
και σ' άφησα
σιγά-σιγά να με αφήνεις
βάζοντας τόσα δήθεν εμπόδια
σε τόσες δήθεν πλάνες
που έλεγαν
ότι μπορούμε και μαζί και χώρια.

Ξέρεις εσύ
ξέρω κι εγώ
πως είμαι μονάχα ικανός
να αγαπώ μονάχος.

Καλησπέρα-Καληνύχτα

Καλησπέρα κυρία μου
ήρθες πάλι στο σπίτι μου
που το είχες ξεμάθει.

Δες με τώρα κυρία μου
να κρατώ τη μιζέρια μου
κι όλα μου τα λάθη.

Δε ζητάς τη φιλία μου
μα κρατάς την ανάσα μου
σε απύθμενα βάθη.

Καλησπέρα κυρία μου
που φιλάς τη μαγεία μου
κι όλα μου τα πάθη.

Εκπορθώντας τη Τροία μου
άλλη μια συγκοιρία μου
τη ζωή μου ξεβάφει.

Καληνύχτα κυρία μου
σ' αγαπώ με την τρέλα μου
την ψυχή και τα πάθη.

Ακόμη ένα ποτηράκι

Πνίξαμε τις σιωπές
με αλκοόλ
και κάνουμε όνειρα μεθυσμένα.

Μιλάνε τώρα οι σιωπές
χωρίς ειρμό
και μοιάζουν τα κορμιά με δί-στιχα.

Τα ποτηράκια άδειασαν
και πίνουμε τη θλίψη
χωρίς παγάκια και νερό.

Έτσι, τώρα, ακροβατώ
σε ένα κόσμο σιωπηλό
χωρίς ματάκια να κοιτώ
με φόντο το χαριτωμένο δειλινό
σε ένα κόσμο αδειανό.

Γι' αυτό τραγούδα αγάπη μου
πες για την κόλαση
δες τον παράδεισο
κι έλα βγάλε με από δω
από την κρύα μου άβυσσο.

Έτσι τα όνειρα κοιμούνται
ενώ οι αναμνήσεις μας κερνούν
ακόμη ένα ποτηράκι.

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2009

Η Δακρυσμένη Πανοπλία

Μια φιγούρα απ' το μέλλον
ήρθε και με κοίταζε
όπως κλαίγανε τα τζάμια
στη βροχή που μύριζε.

Είχε, λέω, τη μορφή μου
δίχως μούσια και γυαλιά
σα να τα 'χα χάσει όλα
λίγο πριν τη συννεφιά.

Στάθηκα κι εγώ αντίκρυ
μες το μαύρο μου χορό
ήρωας σε τραγωδία
κι 'χα μπρος μου το θεό.

Να μου λέει:
"Μη φοβάσαι
της βροχής τα δάκρυα
είναι όλα δικά σου
γι' αυτό έλα έξω τώρα
πάρτα αγκαλιά σου.
Μη γυρίσεις μου την πλάτη
τώρα είμαι κοντά σου.
Να κι η πανοπλία σου
μ' όλα τ' ουρανού τα κρύα
που χτυπούσαν με σφυριά
τόσα δάκρυα, με μία
μοναχά να τα συνδέει
αλυσίδα
από όνειρα δικά σου."

Έτσι χάθηκε ο χορός μου
κι η βροχή δεν άρχιζε.
Είχα, μόνο, τώρα εμπρός μου
το παιδί που δάκρυζε.

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2009

Τα Μικρά

"Απλά"
Ότι είναι εύκολο για σένα
δεν είναι εύκολο για όλους.

Ότι είναι δύσκολο για σένα
σε άλλους φαντάζει αστείο.

"ΤΩΡΑ"
Πέρασα το χρόνο
ψάχνοντας στη μνήμη
να βρω το μέλλον,
αυτό που μου ταιριάζει.

Έτσι ανακάλυψα πως το μόνο που υπάρχει είναι το "ΤΩΡΑ".

"Ο ίσκιος της βροχής"
Τί ίσκιος είσαι τελικά;
Με ποιό αντικείμενο έχεις ταιριάξει;
"Είμαι ο ίσκιος απ' το σύννεφο που φέρνει τη βροχή"
Μα εγώ ποτέ δεν βλέπω ίσκιο όταν βρέχει.
"Είναι γιατί δε ρώτησες ποτέ μια σταγόνα: Ποιός ίσκιος σ' έχει φέρει;"

"Άγρυπνος"
Πήρα τα απογεύματα
σε μια τσάντα
κι έτρεξα για να προλάβω το ξημέρωμα.
Εκεί που χαιρετούσα το φεγγάρι,
σταμάτησε η γη
κι εγώ συνέχισα να τρέχω.

"Πόσο κρυφά;"
Όλα κρυμμένα, όλα ανείπωτα
κι όμως,
μπροστά σε σένα τρέμει το τίποτα.

Όλα στο μέσα, όλα ανεξίτηλα
κι όμως,
στο είδωλό σου, χίλια τα είδωλα.

"Για σένα"
Τα λόγια μου είναι περιττά,
το βλέμμα μου πάντα βουρκωμένο από χαρά ή από λύπη,
το μπράτσο μου πάντα σταθερό δίπλα σου και σου ανήκει.

"Μικρέ μου"
Μικρέ μου άνθρωπε
σταμάτα να ουρλιάζεις.
Μικρέ μου άνθρωπε
τον κόσμο μου τρομάζεις.
Κι αν ήρθες κάτι να μου πεις
δεν είναι η ώρα,
είναι η ώρα της σιωπής
πριν έρθ' η μπόρα.

"Μικρούλα μου"
Ψάχνω να βρω το ποίημα
που σου ταιριάζει
κι έρχεται η έμπνευση ωμή
σα το χαλάζι.

Πάντως τα όνειρα κρυώνουν
κι έχουν πεινάσει
οι αγάπες μας απελευθερώνουν
κι ας τις έχουμε κουράσει

ό,τι αγαπώ με αποφεύγει
κι εγώ τρέχω να κρυφτώ απ' τη φωνή μου
κι όλα μοιάζουν μ' ένα:
"Αγάπη μου, είμαι εδω"

Τρίτη 28 Ιουλίου 2009

Βαρκάδα στην Αγάπη

Φτιάξε μια λίμνη
κι άκουσέ με
πιάσου απ' τη πρύμνη
τραγούγησέ με.

Κοίτα το χάρτη
άσ' τη πυξίδα
δες με το μάτι
κλείσ' τη θυρίδα.

Φόρα μια μπότα
και μία κάλτσα
άσε τη ρότα
κράτα καβάντζα.

Μη μ' αφορίζεις
αγάπησέ με
πρωτού μ' αφήσεις
στιγμάτησέ με.

Σβήσε το στίγμα
κάψε το χάρτη
βγες απ' το πρίσμα
δες την Αγάπη.